Η αστάθεια του γείτονα… Άρθρο του Νίκου Ανδρουλάκη, Ευρωβουλευτή με την «Ελιά»

 

Την Κυριακή του Πάσχα, οι πολίτες της Τουρκίας θα πάνε στις κάλπες για να επικυρώσουν, ή να απορρίψουν, τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί ο κ. Ερντογάν. Η συζήτηση περί της εισαγωγής ενός προεδρικού συστήματος στη γείτονα έχει μακρά προϊστορία και ανάγεται τουλάχιστον στη δεκαετία του ’80, όταν το ζήτημα είχε αρχικά τεθεί από τον κ. Οζάλ.

turkey Ο ίδιος ο κ. Ερντογάν είχε στο παρελθόν υποστηρίξει την ανάγκη υιοθέτησης ενός προεδρικού συστήματος, το οποίο όμως θα λειτουργούσε με τον Πρόεδρο ως ουδέτερο εγγυητή ενός αποκεντρωμένου κράτους. Αυτό ήταν τότε όμως και δεν έχει καμία σχέση με το σήμερα.

Στη σημερινή συγκυρία, με βάση τις προτεινόμενες συνταγματικές αλλαγές θα έχουμε την εγκαθίδρυση ενός σχεδόν απολυταρχικού καθεστώτος. Ο Πρόεδρος, θα κατέχει την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη στρατιωτική εξουσία, αλλά θα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη δικαστική εξουσία της χώρας. Θα καταστεί ουσιαστικά ένας μονάρχης, με το Κοινοβούλιο να παίζει ένα δευτερεύοντα ρόλο στη νομοθετική εξουσία. Ο Πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να διορίζει κατά βούληση αντιπρόεδρους και να τους αναθέτει μέρος των αρμοδιοτήτων του. Εξαιρετικά κρίσιμη είναι και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα του Προέδρου να διαλύει την Εθνοσυνέλευση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διάκριση των εξουσιών, η οποία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των Προεδρικών συστημάτων, καταργείται. Πρακτικά, θα έχουμε ιδεολογικοπολιτική ταύτιση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.

 

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Η πραγματικότητα είναι βέβαια πιο περίπλοκη. Η Τουρκία ετοιμάζεται να επικυρώσει με δημοψήφισμα την de facto κατάσταση που έχει δημιουργηθεί μετά το πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου. Ειδικότερα, αυτό που καλείται να επικυρώσει η χώρα, εν μέσω παρατεταμένης από τον Ιούλιο κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, είναι η προσωπική εξουσία που έχει ήδη συγκεντρωθεί στα χέρια του κ. Ερντογάν. Η ανασφάλεια και ο φόβος που προκαλεί η συγκυρία διευκολύνει την επικύρωση των εξουσιών που προωθεί ο πρόεδρος Ερντογάν. Ο φόβος θέτει σε δεύτερη μοίρα κάθε συζήτηση για τη φύση της εξουσίας που δημιουργείται.

Ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αναμφίβολα δημοφιλής. Η στήριξη των οπαδών του παραμένει ισχυρή, ειδικά στις λαϊκές μάζες, οι οποίες θεωρούν ότι υπέφεραν επί δεκαετίες από τη κοσμική εξουσία φιλοευρωπαϊκών ελίτ, των λευκών Τούρκων, όταν εκδηλώσεις ισλαμικών αξιών στη δημόσια ζωή ήταν απαγορευμένες. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί και η προσπάθεια πόλωσης με αφορμή τις απαγορεύσεις προεκλογικών εκδηλώσεων σε Ολλανδία και Γερμανία, στις οποίες ο κ. Ερντογάν αντέδρασε εντονότατα χαρακτηρίζοντάς τες ως «ναζιστικές και αντιδημοκρατικές» ενέργειες. Στην πραγματικότητα βέβαια η Ευρώπη έχει πολλαπλά περιθώρια άσκησης επιρροής. Ειδικά σήμερα, όπου η τουρκική οικονομία αντιμετωπίζει μια ετήσια μείωση τουριστικών αφίξεων της τάξης των 11 εκατομμυρίων επισκεπτών ενώ η λίρα έχει χάσει το 40% της αξίας της, η σημασία της Ευρώπης δεν πρέπει να υποτιμάται. Ακόμα και το 2016, μεγάλο μέρος των άμεσων ξένων επενδύσεων προέρχεται από ευρωπαϊκές χώρες: μόνο οι ολλανδικές συνιστούν 17% επί του συνόλου ενώ οι γερμανικές ανέρχονται σε 12%.  Δυστυχώς, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέτυχαν να διαμορφώσουν μια ενιαία στάση σε αυτό ζήτημα, η οποία με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα απαιτούσε την απελευθέρωση των κρατούμενων βουλευτών της αντιπολίτευσης ως προαπαιτούμενο για τη δυνατότητα διεξαγωγής προεκλογικών εκδηλώσεων σε ευρωπαϊκό έδαφος.

 

 

ΑΔΥΝΑΜΟ ΤΟ «ΟΧΙ»

 

Ωστόσο, η πόλωση ως στρατηγική έχει περιορισμένη χρησιμότητα. Το ποσοστό του «Ναι» μειώθηκε μετά τις λεκτικές επιθέσεις του Ερντογάν προς την Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι ο εθνικιστικής κ. Μπαχτσελί στηρίζει τον Τούρκο Πρόεδρο, οι οπαδοί του δεν φαίνεται να πείθονται. Μόλις το 25% των ψηφοφόρων του MHP του κ. Μπαχτσελί σκοπεύουν να στηρίξουν το «Ναι» σε σχέση με το 90% των ψηφοφόρων του AKP,  του κ. Ερντογάν. Σε κάθε περίπτωση, η αντιπολίτευση, και οι υπέρμαχοι του «όχι», έχουν ένα σοβαρότατο μειονέκτημα, και αυτό δεν είναι άλλο από την απουσία μιας ηγετικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να λειτουργήσει συσπειρωτικά.

Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, το πιθανότερο είναι ότι το «Ναι» θα επικρατήσει στο δημοψήφισμα. Κανένα αποτέλεσμα όμως δεν εγγυάται τη σταθερότητα. Είτε κερδίσει το δημοψήφισμα ο κ. Ερντογάν είτε όχι, η Τουρκία την επομένη μέρα δεν θα είναι η ίδια. Στην περίπτωση που κερδίσει, θα έχουμε περιορισμό της δημοκρατίας και του πλουραλισμού. Στην περίπτωση που επικρατήσει το «όχι», θα προκύψει πολιτική αστάθεια και πιθανότατα εκλογές για την επικύρωση των συνταγματικών αλλαγών μέσω της νέας Βουλής