Ειδησεογραφικό site

Η Άνγκελα φεύγει και ρίχνει πίσω της μαύρη πέτρα

2.942

Της Μαλένας Παππά

Βέρτιγκο επέφερε τελικά στη Γερμανίδα Καγκελάριο το εκλογικό αποτέλεσμα στο κρατίδιο της Έσσης, όπως αναφέραμε προεκλογικά το περασμένο Σάββατο, με αποτέλεσμα η Άνγκελα Μέρκελ να οδηγηθεί στην σταδιακή πολιτική της έξοδο.

Η σιδηρά κυρία της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έπειτα από 18 χρόνια στο τιμόνι του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος CDUκαι 13 χρόνια στην Καγκελαρία, ανακοίνωσε σε μία ιστορική ομιλία της τη περασμένη Δευτέρα την αποχώρησή της από την ηγεσία του CDU τον Δεκέμβριο, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι σκοπεύει να ολοκληρώσει την τέταρτη θητεία της, παραμένοντας καγκελάριος έως το 2021.Τόνισε δε ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει άλλη θέση στην Γερμανία ή στην ΕΕ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα ακολουθήσει τον σύζυγό της Γιοάχιμ Σάουερ στις ΗΠΑ.

Οι εκλογές σε Βαυαρία και Έσση ανέδειξαν ότι τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού που αποτελείται από το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Μέρκελ, το «αδελφό» του κόμμα, Χριστιανοκοινωνική Ένωση και το κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών, έχουν υποστεί βαθιά πλήγματα, με αποτέλεσμα τα ποσοστά τους να  καταρρακωθούν, τη στιγμή που τα ποσοστά των Πρασίνων, αλλά και της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία, εκτοξεύτηκαν.
Παρά του ότι και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις οι Χριστιανοδημοκράτες διατήρησαν την εξουσία, η δραματική μείωση στα ποσοστά τους ήταν ένα “ηχηρό” χαστούκι από την πλευρά των πολιτών, που προμηνύει ακόμα πιο δυσάρεστα αποτελέσματα στις κοινοβουλευτικές εκλογές σε περίπτωση που δεν υπάρξει αλλαγή πορείας από το κόμμα σε καίρια για τους πολίτες ζητήματα.
Τα εκλογικά αποτελέσματα σε Βαυαρία και Έσση αποτέλεσαν την αφορμή για τη σταδιακή αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ από την πολιτική σκηνή. Εντός της κυβέρνησης ήταν ευρέως γνωστό ότι οι σχέσεις της Μέρκελ με τους κυβερνητικούς της εταίρους ήταν προβληματικές. Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 και την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης «Τζαμάικα» με τους Πράσινους και τους φιλελεύθερους, η Καγκελάριος είχε καταλάβει ότι κάποιοι την οδηγούν στον… γκρεμό και μιλούσε ανοιχτά για εσωτερικές συνωμοσίες που αποσκοπούσαν στην απομάκρυνσή της από την εξουσία. Συγκεκριμένα είχε πει ότι θέλουν να την διώξουν, μετά τις αποτυχημένες συζητήσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης ανάμεσα στα τρία κόμματα τον Δεκέμβριο του 2017.

Η Άνγκελα Μέρκελ, κόρη του λουθηρανού πάστορα Χορστ Κάσνερκαι της δασκάλας Χέρλιντ Κάσνερ γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1954 στο Αμβούργο. Σύντομα, ο πατέρας της ανέλαβε θέση σε εκκλησία της Ανατολικής Γερμανίας και μετακόμισαν οικογενειακώς στο Τεμπλίν, 80 χιλιόμετρα βόρεια του Βερολίνου. Η Άνγκελα Μέρκελ έζησε μέχρι το 1990 στη σοσιαλιστική Ανατολική Γερμανία και ήταν μέλος της επίσημης νεολαίας του σοσιαλιστικού κόμματος, της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας. Το 1978 ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη φυσική, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα είχε παντρευτεί τον συμφοιτητή της Ούλριχ Μέρκελ, με τον οποίο χώρισε το 1982.

Το Δεκέμβριο του 1989, λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, και ενώ εργαζόταν ήδη 11 χρόνια στο Κεντρικό Ινστιτούτο Φυσικής Χημείας στο Ανατολικό Βερολίνο, η Μέρκελ προσχώρησε στη Δημοκρατική Αφύπνιση DA, το δημοκρατικό πολιτικό κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας. Μέσα σε δυο μήνες έγινε υπεύθυνη ενημέρωσης τύπου του κόμματος, το οποίο όπως και το δυτικογερμανικό CDU, στόχευε στην επανένωση των γερμανικών κρατών και την εγκατάσταση της ελεύθερης οικονομίας στην ανατολική Γερμανία. Μετά την παταγώδη αποτυχία του DA στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1990 με ποσοστό μόλις 0,9%, ο πρόεδρος του συμμαχικού ανατολικογερμανικού CDU, Λόταρ ντε Μεζιέρ, του κόμματος που είχε βγει πρώτη δύναμη του νέου κοινοβουλίου, διόρισε τη Μέρκελ κυβερνητική εκπρόσωπο, ενώ ο ίδιος διατέλεσε τελευταίος πρωθυπουργός της Ανατολικής Γερμανίας. Με την επανένωση των γερμανικών κρατών τον Οκτώβριο του 1990 η Μέρκελ προσχώρησε στο δυτικό CDU. Ο τότε καγκελάριος της ενωμένης Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ (CDU), διόρισε υπουργό ιδιαιτέρων καθηκόντων τον ντε Μεζιέρ και η Μέρκελ τον ακολούθησε.
Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1990 η Μέρκελ είχε θέσει υποψηφιότητα στο κρατίδιο του  Μεκλεμβούργου-Προπομερανίας και μετά την θριαμβευτική νίκη του Κολ έναντι του αντιπάλου του Όσκαρ Λαφοντέν (SPD), η Άνγκελα Μέρκελ έγινε τον Ιανουάριο του 1991 μετά από μόλις έξι μήνες στο CDU, ομοσπονδιακή υπουργός γυναικείων υποθέσεων και νεολαίας – η νεότερη υπουργός στην ιστορία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.

Σαν βουλευτής στο CDU η Μέρκελ τάχθηκε με το συντηρητικό ρεύμα του κόμματος και εν αντιθέσει με τους συνομήλικούς της βουλευτές που είχαν στήριξη κλικών που είχαν δημιουργήσει κατά τα χρόνια τους στη  Χριστιανοδημοκρατική Νεολαία, εκείνη στηριζόταν αποκλειστικά στον Καγκελάριο Κολ. Ο Τύπος μάλιστα της εποχής εκείνης την είχε βαφτίσει «κορίτσι του Κολ”. Η έλλειψη περαιτέρω στήριξης στο πρόσωπό της έγινε αισθητή στις εκλογές του 1991 για την προεδρία της κρατιδιακής κομματικής οργάνωσης του Βρανδεμβούργου, όπου δεν ψηφίστηκε. Ένα μήνα αργότερα ωστόσο, η Μέρκελ εκλέχτηκε διάδοχός του ομοσπονδιακού αναπληρωτή προέδρου του CDU στο συνέδριο της Δρέσδης στα τέλη του 1991, καθώς εκείνος αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω σκανδάλου που ανέδειξε ο Γερμανικός Τύπος και αφορούσε στη συνεργασία του με την ανατολικογερμανική υπηρεσία κρατικής ασφάλειας «Στάζι». Το 1993 νέα σειρά σκανδάλων ευνόησε τη Μέρκελ. Καθώς ο τότε πρόεδρος της κρατιδιακής κομματικής οργάνωσης Μεκλεμβούργου-Προπομερανίας και ομοσπονδιακός υπουργός Μεταφορών, Γκίντερ Κράουζε παραιτήθηκε έπειτα από αποκαλύψεις σκανδάλων, η Μέρκελ, με την υποστήριξη του Κολ, τον διαδέχθηκε στην προεδρία. Από το 1994 έως το 1998 η Μέρκελ διετέλεσε υπουργός περιβάλλοντος. Κατά τη θητεία της έγινε η πρώτη μεταφορά φορτίου πυρηνικών αποβλήτων σε υπόγειες αποθήκες στην πόλη Γκορλέμπεν, πηγαίνοντας κόντρα στην κοινή γνώμη και παραβλέποντας τις διαμαρτυρίες των κατοίκων του κρατιδίου της Κάτω Σαξωνίας, κίνηση που αργότερα χαρακτήρισε «επιβολή του μονοπωλίου δύναμης του κράτους” και την αναγνώρισε ως μία από τις «μεγαλύτερες επιτυχίες» της. Το 1998 ο Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD) ανέλαβε την καγκελαρία και το CDU  έπεσε σε βαθιά κρίση. Ο Χέλμουτ Κολ έπειτα από την εκλογική αποτυχία, παραιτήθηκε από πρόεδρος του κόμματος και άρχισαν μεγάλες εσωκομματικές διαμάχες. Νέος πρόεδρος του κόμματος αναδείχθηκε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος με πρότασή του έκανε την Μέρκελ γενική γραμματέα του κόμματος. Άλλο ένα σκάνδαλο ήρθε να αποτελέσει σταθμό στην σταδιοδρομία της Μέρκελ. Τον Νοέμβριο του 1999 αποκαλύφθηκε ένα σύστημα παράνομης χρηματοδότησης ύψους 6,1 εκατ. ευρώ του CDU μέσω λογαριασμών στην Ελβετία. Εκμεταλλευόμενη την άρνηση του Χέλμουτ Κολ να προβεί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη σχετικά με την προέλευση των παράνομων δωρεών, το Κορίτσι του Κολ, δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα FAZόπου ουσιαστικά αφόριζε τον τέως θερμό υποστηρικτή της, Χέλμουτ Κολ εκπλήσσοντας τους Γερμανούς, ενώ αυτοπαρουσιάστηκε και ως η πλέον αποφασισμένη να βάλει τέλος στο “σύστημα Κολ”, αναδεικνύοντας έτσι την διστακτικότητα του Σόιμπλε. Ένα μήνα αργότερα τον Ιανουάριο του 2000, ο Κολ παραιτήθηκε από το αξίωμα του επίτιμου προέδρου της παράταξης, ενώ ακολούθησε και η παραίτηση Σόιμπλε από την προεδία του κόμματος έπειτα από την ομολογία του για αποδοχή παράνομης δωρεάς από εκπρόσωπο της πολεμικής βιομηχανίας. Τον Απρίλιο του 2000 η Μέρκελ εκλέχτηκε ομοσπονδιακή πρόεδρος του CDU στο συνέδριο του Έσσεν. Το 2002 μετά την ήττα του υποψήφιου καγκελάριου Έντμουντ Στόιμπερ στις κοινοβουλευτικές εκλογές, ανέλαβε την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας για να αντιμετωπίσει την κυβέρνηση Σρέντερ.Η Μέρκελ τότε δημοσίευσε νέο αφοριστικό άρθρο, αυτή τη φορά στην εφημερίδα Washington Post εξαπολύοντας “πυρά” κατά του Σρέντερ, εκμεταλλευόμενη την άρνησή του να συμπράξει στον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και παρά του ότι το 80% των Γερμανών τάσσονταν με τη γραμμή του Καγκελάριου. Τον Οκτώβριο του 2005, η Μέρκελ αντικαθιστώντας ως επικεφαλής της νέας κυβέρνησης τον Σρέντερ, έγινε καγκελάριος σχηματίζοντας κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού του CDU με το CSU και το SPD. To 2009 το CDUκέρδισε τις ομοσπονδιακές εκλογές και η Μέρκελ ανανέωσε τη θητεία της στην Καγκελαρία, ενώ ακολούθησαν και άλλες δύο επανεκλογές της το 2013 και το 2017.

Η Μέρκελ, η πρώτη γυναίκα Καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η αρχαιότερη εν ενεργεία επικεφαλής κυβερνήσεως σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ετοιμάζεται να κατέβει από το θώκο της έπειτα από 13 χρόνια, καθώς η πολιτική της σε σειρά ζητημάτων απορρίπτεται από τον Γερμανικό λαό, ενώ ταυτόχρονα δέχεται και τα “πυρά” τόσο της αντιπολίτευσης, όσο και μελών της κυβέρνησης.

Στους επίδοξους διαδόχους της συγκαταλέγονται οι Ανεγκρέτ ΚαρμπΚαρενμπάουερ, ο Γιενς Σπαν, ο Φρίντριχ Μερτς, ο Άρμιν Λάσετ, ο Ντάνιελ Γκύντερ, ο Ραλφ Μπρίνκχαους, ο Πέτερ Άλτμαϊερ, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Βόλγνακνγ Σόιμπλε. Ωστόσο, οι επικρατέστεροι εξ’ αυτών είναι ο 63χρονος δεξιός Μερτς ένας εκ των ισχυρότερων εσωκομματικών αντιπάλων της Μέρκελ τον οποίο η Καγκελάιος φρόντισε να απομακρύνει από τη θέση του το 2002. Ακολουθούν ο 38χρονος επίσης δεξιός Σπαν ,σφοδρός επικριτής της Μέρκελ ως προς το προσφυγικό και η “πιο φιλελεύθερη” Καρενμπάουερ, γνωστή ως “μίνι Μέρκελ” την οποία η Καγκελάριος προώθησε τον Φεβρουάριο στη γενική γραμματεία του CDU.

Όποιος εκλεγεί στο τιμόνι του κόμματος τον Δεκέμβριο θα έχει το προβάδισμα να γίνει ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας, της μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη.

Εκτός από τη γενική αναταραχή που επικρατεί εντός του CDU, του CSU και του SPD, στα οποία ασκούνται πιέσεις για αλλαγή ηγεσίας έπειτα από την κίνηση της Μέρκελ και τις ήττες στις πρόσφατες εκλογές της Βαυαρίας και της Έσσης, οι εξελίξεις έρχονται να προκαλέσουν περαιτέρω αβεβαιότητα στο ήδη βεβαρυμένο κλίμα που επικρατεί στις χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως στις χώρες του Νότου.
Αναμφίβολα οι γερμανικές θέσεις όσον αφορά το μεταναστευτικό και τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρωζώνη αναμένεται να γίνουν αυστηρότερες προς την Ελλάδα και την Ιταλία που αντιτίθενται στους δημοσιονομικούς κανόνες που επιβάλλουν Βερολίνο και Βρυξέλλες.
Μπροστά στον εφιάλτη της Ιταλικής κρίσης και με δεδομένη την καταδίκη των Γερμανών ψηφοφόρων ως προς την «ελαστική» στάση προς την Ελλάδα, τα όνειρα της Ελληνικής κυβέρνησης για αναστολή του μέτρου περικοπής των συντάξεων, όπως και οι όποιες βλέψεις για ελάφρυνση άλλων δημοσιονομικών μέτρων, σβήνουν, ενώ το μέλλον για τη μετά Μέρκελ εποχή διαγράφεται…σκοτεινό.

Τα σχόλια είναι κλειστά.