Ειδησεογραφικό site

Γ. Μιχαήλ: Πολιτικοί αδάμαντες όσους επέλεξε ο Ανδρέας στην κυβέρνηση του ΄81

147

Πόσο χρονικό διάστημα είναι ένας χρόνος. Ρητορικό το ερώτημα. Γιατί εάν τον μετρήσουμε με τα γήινα δεδομένα, η διάρκειά του είναι 12 μήνες ή 365 μέρες ή 8.760 ώρες. «Σιγά τα ωά» θα πει κάθε καλόπιστος αναγνώστης. Θα συμφωνήσω απόλυτα, γιατί γνωρίζω ότι δεν κομίζω γλαύκα στην Αθήνα. Εάν, όμως, ασπαστούμε την άποψη του διάσημου Έλληνα καθηγητή Δημήτρη Νανόπουλου, (διδάσκει Σωματιδιακή Φυσική ή Υψηλών Ενεργειών), θα πληροφορηθούμε ότι «ο συμπαντικός χρόνος είναι ο μόνος αληθινός χρόνος. Το σύμπαν, προσθέτει ο Νανόπουλος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συμπυκνωμένη μορφή του χωροχρόνου».
Για να ολοκληρώσω τον… οντολογικό πρόλογο θα προσθέσω και μία φράση του αγαπημένου νομπελίστα συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ,, που είχε πει: «Όταν προσπαθείς να βρεις τη θέση σου μέσα στο σύμπαν, είναι μια χαρά και ο άνθρωπος εξίσου. Εκεί που γίνεται θρύψαλα, είναι όταν προσπαθείς να δώσεις εξηγήσεις μέσα σε αυτό το σύμπαν. Τότε δημιουργείται το παράλογο».
Στην αγωνιώδη μάχη της καθημερινής επιβίωσης, όλοι μας – μηδενός εξαιρουμένου – κινούμεθα μέσα στη ζώνη του χωροχρόνου, προσπαθώντας να βρούμε μια θέση στο σύμπαν, όμως η πραγματικότητα άλλα κελεύει. Γι’ αυτό, η προσγείωση είναι συνήθως… ανώμαλη και αρχίζουν οι αφελείς αναζητήσεις. «Ποιοί είμαστε, πού πάμε, τι θέλουμε, τι κάνουμε κλπ». Μια φυγή από την καθημερινότητα είναι η επιστροφή στο παρελθόν, από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα διδάγματα.
Ας κάνουμε, λοιπόν, μία βουτιά στον γήινο χρόνο και ας γυρίσουμε στον περασμένο Μάιο και μάλιστα, τέτοιες μέρες. Στις 26 Μαίου 2019 δόθηκε ένα ηχηρό ράπισμα στον Τσίπρα και στον ΣΥΡΙΖΑ, στην τριπλή εκλογική αναμέτρηση. Ευρωεκλογές, περιφερειακές, δημοτικές, ήταν το προοίμιο για την αποκαθήλωση της αριστεράς, γιατί το τελειωτικό χτύπημα ήρθε με τις εθνικές εκλογές, στις 7 Ιουλίου του 2019. Πριν από τις τρεις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις, ήταν διάχυτη η αισιοδοξία των ΣΥΡΙΖΑΙΩΝ ότι θα κερδίσουν τις μάχες, γιατί, όπως έλεγε και μέσα στη Βουλή ο Τσίπρας, «εγώ από τον Μητσοτάκη δεν χάνω».
Όταν ο Αλέξης και το κονκλάβιό του συνήλθαν από το σοκ της τριπλής ήττας, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τον καταποντισμό με αστείες δικαιολογίες, όπως π.χ ότι ήταν μια στιγμιαία δυσφορία η ψήφος του λαού και όταν γίνουν οι εθνικές εκλογές, τότε «η νίκη θα είναι πάλι δική μας». Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο και καθώς όλες οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν καθαρή ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, ποιούμενος την ανάγκη φιλοτιμία, ο Τσίπρας αναγκάστηκε να προσφύγει σε εθνικές εκλογές, στις 7 Ιουλίου.
Η ημέρα εκείνη ήταν το κύκνειο άσμα για τον επηρμένο πρωθυπουργό, ο οποίος πήρε από τον ελληνικό λαό ένα σκληρό μάθημα για τις αθλιότητες που έκρυβαν κάτω από το χαλί της υποκρισίας, επί πεντέμισι χρόνια, τόσο ο ίδιος, όσο και το ασκέρι που τον ακολουθούσε. Δημιούργησαν ένα φαιό σκηνικό πάνω από την χώρα μας, λέγοντας ψέματα ασύστολα, αλλά χωρίς να παράξουν κάποιο σοβαρό έργο ή να δημιουργήσουν έστω μια εμβληματική μεταρρύθμιση. Όλα όσα έκαναν ήταν μικροδιευθετήσεις, για να βοηθήσουν τους «αδύναμους» πολίτες, όπως έλεγαν, αλλά συμμορφώθηκαν πλήρως με τις επιταγές του τρίτου μνημονίου, (και αχρείαστου), στο οποίο περιλαμβάνονταν τα πιο σκληρά φορολογικά μέτρα που συνέθλιψαν τη μεσαία τάξη. Ένα πραγματικό γεγονός, που το παραδέχθηκε πρόσφατα και ο ίδιος ο Τσίπρας.
Από την ημέρα κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την πρωτοκαθεδρία στο εκλογικό σώμα, (την οποία ειρήσθω την είχε καταλάβει με τη δεκαετή μάχη των πεζοδρομίων, γεγονός που είναι γνωστό παγκοίνως), ψάχνει να βρει στα τυφλά έναν νέο βηματισμό, επιχειρώντας μια αναδιοργάνωση στο κόμμα και μια διεύρυνση άγνωστης κατεύθυνσης, παρότι, όπως υποστηρίζουν οι ουτοπιστές της Κουμουνδούρου, θέλει να κάνει άνοιγμα προς τη Σοσιαλδημοκρατία. Ένας ακόμη κρίκος ψεύδους και άλλη μία πλάνη οικτρά, η οποία είναι ανέφικτο να πραγματοποιηθεί.
Με όλες αυτές τις τυχοδιωκτικές κινήσεις, ο Τσίπρας το μόνο που καταφέρνει είναι η πλήρης απαξίωσή του, για το γεγονός ότι όλα αυτά που οραματίζεται δεν είναι τίποτε άλλο πάρα άλματα στο κενό. Κι αυτό γιατί η ιδεολογική του συγκρότηση είναι θεμελιωμένη πάνω σε ξεπερασμένες και αραχνιασμένες θεωρίες και απόψεις. Στην σημερινή εποχή – μετά και την δραματική εμπειρία της πανδημίας – όλα τα δεδομένα, πάνω στα οποία συγκροτήθηκαν οι κοινωνίες, αποκτούν διαφορετικές ανάγκες, ενώ οι εξελίξεις τρέχουν σε ταχύτητες μεγάλες. Οι γνώσεις μεταδίδονται πλέον ηλεκτρονικά, ενώ στην ίδια σφαίρα κινούνται οι επιχειρηματικές συμφωνίες, οι διεθνείς σχέσεις μεταξύ των χωρών και γενικότερα αλλάζει το status σε απόψεις και εν γένει συμπεριφορές. Όλες αυτές οι μεταλλάξεις δεν θα αφήσουν ανέπαφο και το πολιτικό σκηνικό.
Η τελευταία επισήμανση έχει άμεση σχέση με τα… οραματικά σχέδια του Αλέξη να στραφεί προς την… Σοσιαλδημοκρατία. Μάταιος κόπος, γιατί στον χώρο αυτόν κυριαρχεί το ΚΙΝΑΛ, ως συνέχεια του ΠΑΣΟΚ και το ψηφίζουν οι πολίτες, οι οποίοι είναι νουνεχείς, σοβαροί κεντρώοι, που ποτέ δεν θα χαράμιζαν την ψήφο τους σε «αριστερούς επαναστάτες». Υπάρχει, όμως, ένα ακόμα μείζον ζήτημα που προκαλεί απέχθεια στους σοσιαλδημοκράτες, γιατί έχει σχέση με την ανοίκεια προσπάθεια του Τσίπρα να καπηλευθεί την προσωπικότητα του Ανδρέα, κάνοντας απέλπιδες γλοιώδεις προσπάθειες να μιμηθεί ακόμα και τη φωνή του. Αλήθεια με αυτό το αξάν μιλάει και στον οικογενειακό του περίγυρο; Φτάνει πια ο αυτοεξευτελισμός.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο, ήταν ήδη ένας καταξιωμένος καθηγητής οικονομικών σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Επομένως εκ προοιμίου δεν μπορεί να γίνει η παραμικρή σύγκριση με άλλους Έλληνες πολιτικούς, πόσο μάλλον με τον ημιμαθή Αλέξη. Γι’ αυτό ο τελευταίος, ας ψάξει να βρει ομοίους, του ίδιου πνευματικού βεληνεκούς και να τους μιμηθεί. Και δύο ακόμη στοιχεία που αποδεικνύουν την προσωπικότητα του ηγέτη της σοσιαλδημοκρατίας. Ο Ανδρέας συγκρούστηκε πολιτικά ακόμα και με τον πατέρα του, τον γέρο της Δημοκρατίας, ενώ συνελήφθη από τη χούντα και σώθηκε χάρις σε διεθνείς παρεμβάσεις.
Μπροστά σε όλο αυτό το μεγαλείο, τι έχει άραγε να αντιπαρατεθεί ο Τσίπρας; Μήπως την πληθώρα των… επιστημόνων, οι οποίοι ενδημούν στο κόμμα του; Για του λόγου το αληθές, θα υπενθυμίσουμε τις προσωπικότητες εκείνες, που συγκρότησαν την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τον Οκτώβριο του 1981, με πρόεδρο της Βουλής τον Γιάννη Αλευρά. Υπουργοί ανέλαβαν οι Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης, Απόστολος Λάζαρης, Κώστας Σημίτης, Γιώργος Γεννηματάς, Παρασκευάς Αυγερινός, Απόστολος Κακλαμάνης, Στάθης Αλεξανδρής, Γεώργιος Μαγκάκης, Μένιος Κουτσόγιωργας, Λευτέρης Βερυβάκης, Μανώλης Δρετάκης, Δημήτρης Κουλουριάνος, Αναστάσης Πεπόνης, Βαγγέλης Γιαννόπουλος, Νίκος Ακριτίδης, Άκης Τσοχατζόπουλος, ( ο οποίος είχε το πολιτικό τέλος που δεν του άξιζε), Γιάννης Σκουλαρίκης, Στάθης Γιώτας, Ευάγγελος Κουλουμπής και αρκετοί υφυπουργοί όπως, οι Θόδωρος Πάγκαλος, Γιάννης Κάψης, Κώστας Λαλιώτης, Δημήτρης Μαρούδας, Ρούλα Κακλαμανάκη, Μαρία Κυπριωτάκη, οι οποίοι ήταν από τα πρώτα ονόματα της κυβέρνησης του Ανδρέα. Όλοι αυτοί μαζί με τα άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ήταν η επιτομή της πολιτικής αριστείας.
Πιστεύω ότι είναι ηθική μας υποχρέωση να παρουσιάσουμε τα στελέχη που ελάμπρυναν την ιστορία του ΠΑΣΟΚ, τη στιγμή κατά την οποία γίνεται ανοίκεια επίθεση στο κίνημα από ουτιδανούς πολιτικάντηδες να οικειοποιηθούν τον χώρο, με τον οποίο ουδεμία σχέση έχουν. Βέβαια, θα αποτύχουν οικτρά, όπως έχουν πάθει κατά καιρούς όλοι οι άλλοι λαφυραγωγοί και λαοπλάνοι. Για τους τελευταίους ο τραγικός Ευριπίδης (480 – 406 π.Χ) έλεγε: «Όταν γάρ ηδύς τις λόγοις φρονών κακώς πείθη το πλήθος, τη πόλει κακόν μέγα». Δηλαδή «Όταν κάποιος με ωραίους λόγους και κακές προθέσεις πείθει το πλήθος, είναι πολύ κακό για την πολιτεία». Δυστυχώς, πολλοί τέτοιοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

Τα σχόλια είναι κλειστά.