Ειδησεογραφικό site

Χρήστος Χωμενίδης:Η ευλογία της Κυψέλης ήταν ανέκαθεν η πολυχρωμία της

39

Κατοικώ εκ γενετής στην Κυψέλη. Και δεν σκοπεύω να την εγκαταλείψω ποτέ.

Ψέματα λέω. Θα διασχίσω κάποτε ξάπλα τη σκεπασμένη κοίτη του Ιλισσού. Θα ρίξω μια νοερή ματιά στην Πύλη του Αδριανού, στον βράχο της Ακρόπολης, στο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, που βρίσκεται – λένε – στη θέση της Αρτέμιδος Αγροτέρας. Θα πάρω την οδό Αναπαύσεως, ντουγρού για τον «οίκο» των προγόνων μου.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, η γιαγιά μου Λώρα και η αδελφή της Αδαμαντία έκλεισαν το ατελιέ ραπτικής που διατηρούσαν στα Εξάρχεια. Με το κομπόδεμα που είχαν φτιάξει, η μεν Λώρα έχτισε σπίτι στην Κυψέλη. Για τη Φωκίωνος Νέγρη πήγαινε, της είπαν όμως ότι εκεί έχει ρέμα και θα τη θερίζουν τα κουνούπια, ανηφόρισε συνεπώς προς το Ασυλο Ανιάτων. Η δε Αδαμαντία, βαριά άρρωστη ήδη, αγόρασε τάφο. «Για όλη την οικογένεια προορίζεται, για αυτό και θα τον γράψω στον μπαμπά μας, να θάβονται εδώ οι κατιώντες του, εσείς και τα παιδιά και τα εγγόνια σας. Εμένα όμως θα με τσιμεντώσετε στο επάνω αριστερό ράφι. Κανείς να μην με κουνήσει ποτέ». Ασφαλώς εισακούστηκε το θέλημά της. Τα ονόματα στην πλάκα ολοένα κατεβαίνουν, θυμίζει πλέον ψηφοδέλτιο της πάλαι ποτέ Β’ εκλογικής περιφέρειας Αθηνών. Το δικό μου – εάν μακροημερεύσω – θα στριμωχτεί στην κόχη του μαρμάρου. Και τι πειράζει; Το να ξέρω πού θα καταλήξει το σώμα μου μού προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας.

Υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τους τόπους κατοικίας σαν τα κλαδιά ενός δέντρου – φιλοδοξία έχουν να πηδάνε από το χαμηλότερο στο ψηλότερο. Απ’ το χωριό στην πόλη. Από τη λαϊκή συνοικία στο αστικό κέντρο. Και από εκεί σε κάποιο ευήλιο προάστιο με κήπους και πισίνες. Εγώ αντιθέτως ακολουθώ ισοβίως την Κυψέλη. Στα πάνω και στα κάτω της.

Οχι, δεν πρόφτασα τους ένδοξους καιρούς που η Φωκίωνος είχε αίγλη Βία Βένετο, που στα υπαίθρια τραπεζάκια της ξημερώνονταν οι αστέρες του κινηματογράφου και του τραγουδιού. Η κοντινότερη σχετική μου ανάμνηση είναι η Αννα Καλουτά να βολτάρει με τα σκυλάκια της, να τη χαιρετούν και να αντιχαιρετάει τους πάντες. Στα ζαχαροπλαστεία σύχναζαν σιτεμένες κυρίες ιατρών και δικηγόρων, στα παγκάκια ψυχοκόρες και ευέλπιδες, στα εστιατόρια εργένηδες – έτρωγαν λαδερά με φέτα, ξεκοκκάλιζαν την εφημερίδα.

Η ευλογία της Κυψέλης ήταν ανέκαθεν η πολυχρωμία της. Και προτού γίνει ο πεζόδρομος της Αγίας Ζώνης μια μικρή Αφρική και πριν να φυτρώσουν καφενεία με αργιλέδες και κομμωτήρια για ράστα, στις πολυκατοικίες της συγκατοικούσαν άνθρωποι κάθε προέλευσης. Στα υπόγεια οι θυρωροί που ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες για θελήματα. Στους χαμηλότερους ορόφους μικροϋπάλληλοι, κουρείς, εύθυμες ζωντοχήρες. Στα ρετιρέ μέχρι και εφοπλιστές. Σωστά καλειδοσκόπια, σχολεία κοινωνικής αγωγής για όποιο παιδί είχε τα μάτια του ανοιχτά.

Μετά η αιθαλομίχλη πύκνωσε, το παρκάρισμα κατήντησε μέγας μπελάς, οι εύποροι μετακόμισαν στα βόρεια ή στα νότια. Από τα 80ς ξεκίνησε ο κατήφορος. Στην εκπνοή του 20ου αιώνα, η Κυψέλη φάνταζε αγιάτρευτα παρηκμασμένη, γειτονιά για συνταξιούχους και για παρίες.

Είχε ωστόσο και μια χαλαρότητα όλο εκείνο. Εμενα τότε σε μια γκαρσονιέρα στην Κολιάτσου, πήγαινα στο περίπτερο με τις πυζάμες, ποιος θα με στραβοκοιτούσε; Από την άλλη, η ισόγεια «κλινική τετράποδων» (ξεθώριαζε στην πινακίδα της η ζωγραφιά ενός καλοχτενισμένου κανίς) είχε μετατραπεί σε υπνωτήριο πάμπτωχων μεταναστών. Σφιγγόταν η καρδιά σου να τους αντικρίζεις «εφτά νομά σε ένα δωμά», να αράζουν με τις μπύρες κατάχαμα στο σπασμένο πεζοδρόμιο. Και ήμασταν – σκεφτείτε – ακόμα στην εποχή τής αστακομακαρονάδας…

Τα τελευταία μόλις χρόνια η Κυψέλη έχει αρχίσει να ανεβαίνει. Μοιάζει και πάλι στον παλιό μποέμικο εαυτό της. Προσελκύει τους καλλιτέχνες, τους εναλλακτικούς, όσους τα χρήματα τους προτιμούν να τα δίνουν σε μουσικές, βιβλία, ποτά, ταξίδια παρά στο νοίκι. Μία βόλτα αν κάνεις στην πλατεία Αγίου Γεωργίου μόλις ανοίξει ο καιρός και κατατροπωθεί ο κορωνοϊός, θα το διαπιστώσεις.

Να φύγω από την Κυψέλη; Να αφήσω δηλαδή τα βλέμματα, τα χνώτα, τα τραγούδια των ανθρώπων και να εξοριστώ σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου θα βλέπω και θα ακούω ό,τι μονάχα επιλέγω εγώ; Που τίποτα δεν θα φαλτσάρει με την αισθητική μου, δεν θα υπονομεύει τις αποκρυσταλλωμένες ιδέες μου; Δεν σφάξανε!

Μπαινοβγαίνω εδώ κάθε μέρα στα μαγαζιά. Ανταλλάσσω σοφίες και αμπελοφιλοσοφίες, μαθαίνω κουτσομπολιά, πιάνω παλμό. Νιώθω ότι ανήκω σε ένα κόσμο, ο οποίος – τι παρηγορητική αίσθηση – δεν με έχει καν ανάγκη. Υπήρχε πριν, θα υπάρχει και μετά από εμένα. Κι αν κάποιοι σήμερα με διαβάζουν, θα φανεί προσεχώς κάποιος πολύ καλύτερος, που θα αποδίδει ασυγκρίτως γλαφυρότερα τη συλλογική μας ιλαροτραγωδία.

Εγώ θα έχω αποσυρθεί πλέον στο εξοχικό μου. Στον οικογενειακό μας τάφο

Τα σχόλια είναι κλειστά.