Ειδησεογραφικό site

Ασπιρίνη για λίγους η αύξηση κατά 5% του κατώτατου μισθού

3.180

Όταν ο κατώτατος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης έχει συρρικνωθεί κατά 35%, όταν η μείωση του κόστους εργασίας οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη «βουτιά» των μισθών, είναι προφανές ότι κάθε συζήτηση για ενίσχυση των εισοδημάτων είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην εξαντλείται σε όρους επικοινωνίας.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι είναι θέμα ημερών η κατάθεση της τροπολογίας, με την οποία αλλάζουν τα χρονοδιαγράμματα για τη διαβούλευση των κοινωνικών εταίρων, καθώς οι μνημονιακές διατάξεις ορίζουν ότι αυτή η διαδικασία ξεκινά το Φεβρουάριο κάθε έτους και ολοκληρώνεται στο τέλος Ιουνίου. Επειδή, λοιπόν, η κυβέρνηση «καίγεται» να προχωρήσει στη αύξηση του κατώτατου μισθού εδώ και τώρα, θα οριστούν νέες προθεσμίες- εξπρές, πιθανότατα μόνο για τη φετινή χρονιά.

Το 5% σημαίνει αύξηση 30 ευρώ

Ως προς την ουσία, πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε αύξηση 5% ανά έτος, κάτι που σε πρώτη φάση «μεταφράζεται» σε αύξηση 30 ευρώ. Υπενθυμίζεται, ότι ο κατώτατος μισθός έχει μείνει «κολλημένος» στα 586 ευρώ από το 2012. Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής απάντηση από τα κυβερνητικά στελέχη για το πώς προκύπτει αυτό το 5% κι όχι π.χ. 10% ή 2%, από τη στιγμή που η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού θα πρέπει να προκύπτει μέσα από τον συνυπολογισμό συγκεκριμένων παραγόντων/κριτηρίων.

Οι γκρίζες ζώνες και τα εμπόδια

Σύμφωνα με τις μνημονιακές διατάξεις, που δεν προτίθεται να τροποποιήσει η κυβέρνηση, «το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών». Συνεπώς, εκτός του ότι  ο κατώτατος μισθός δεν θα είναι αποτέλεσμα ελεύθερης συλλογικής διαπραγμάτευσης, αλλά θα συνεχίσει να ορίζεται με υπουργική Απόφαση και θα πρέπει να βασίζεται σε στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να σταθμίσουν εξειδικευμένοι φορείς όπως η Τράπεζα της Ελλάδας, η ΕΛΣΤΑΤ, ο ΟΑΕΔ, το Ινστιτούτο της ΓΣΕΕ κ.λ.π. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Πριν από μερικές ημέρες, κατά την παρουσίαση της Έκθεσης του για το β΄ εξάμηνο του 2018, το Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή είχε προκαλέσει αίσθηση, καθώς είχε επισημάνει ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωζώνης που παρατηρήθηκε μείωση της παραγωγικότητας, τάση που δεν άλλαξε ούτε το 2017. Αυτή η επισήμανση είχε εκληφθεί ως προειδοποιητικό «καμπανάκι» εν όψει των συζητήσεων για τον κατώτατο μισθό. Αυτόν ακριβώς τον παράγοντα επικαλούνται και οι εργοδοτικοί φορείς, κυρίως ο ΣΕΒ, που επισημαίνουν ότι πέρα από την αυτονόητη σύνδεση αμοιβών- παραγωγικότητας, θα πρέπει να δρομολογηθεί παράλληλα και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τις επιχειρήσεις αλλά και η μείωση των υπερβολικών φορολογικών βαρών στους χαμηλόμισθους, έτσι ώστε αφενός να μην πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αφετέρου να ενισχυθούν τα εισοδήματα.

Για ποιους δεν αλλάζει απολύτως τίποτα

Αυτό που καλύπτει ο κουρνιαχτός που σηκώνει η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό είναι ότι σε μια αγορά εργασίας- ζούγκλα, υπάρχουν πολλές ομάδες εργαζομένων που στην πραγματικότητα δεν θα επωφεληθούν απ΄ τις όποιες αυξήσεις. Συγκεκριμένα, δεν θα αλλάξει σχεδόν τίποτα για το 52% των νέων εργαζομένων, που δουλεύουν με μερική απασχόληση και πληρώνονται με μόλις 378 ευρώ. Επιπλέον, δεν θα αγγίξουν το 16%– αυτό είναι το επίσημο ποσοστό- των εργαζομένων που δεν φαίνονται πουθενά κοινώς που δουλεύουν με «μαύρα»όλους εκείνους που δουλεύουν με πλασματικά 4ωρα αλλά στην πραγματικότητα υπερκαλύπτουν το 8ωρο, όσους υποχρεούνται σε «μαύρες» δηλαδή απλήρωτες υπερωρίες. Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονεί κανείς ότι οι μισθολογικές ωριμάνσεις λόγω προϋπηρεσίας θα μείνουν «παγωμένες» έως ότου η ανεργία πέσει κάτω από το 10%.

Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονεί κανείς ότι πέρα από τη μείωση του σε ονομαστικούς όρους- η μοναδική περίπτωση ακόμα και μεταξύ των χωρών που μπήκαν σε Μνημόνιο- ο κατώτατος μισθός σε πραγματικούς όρους έχει υποστεί καθίζηση 35%, λόγω των αλλεπάλληλων αυξήσεων φόρων, που «τρώνε» την αγοραστική δύναμη. Τουτέστιν, αν δεν βελτιωθεί και η εικόνα κυρίως των έμμεσων φόρων, αυξήσεις της τάξης 20- 30 ευρώ, είναι προφανές ότι μόνο ως ασπιρίνη μπορούν να θεωρηθούν.

 

Τα σχόλια είναι κλειστά.