Ασπίδα του ΣτΕ για τις αυθαιρεσίες της εφορίας

kasimatis Του Αλέξανδρου Κασιμάτη

Η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα έχει διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Ελλάδα έχει περάσει 8 χρόνια συρρίκνωσης του ΑΕΠ και διανύει τον έβδομο χρόνο με μνημόνιο και ακόμη ούτε το φώς στην άκρη του τούνελ δεν έχει φανεί.

Η κατοχή, ο εμφύλιος, η χούντα διήρκησαν λιγότερο από αυτήν την κρίση. Ο κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και συνεπώς της ίδιας της χώρας, δικαιολογεί σε κάποιο βαθμό αποφάσεις και ενέργειες που έχουν χαρακτήρα ακραίο, πυροσβεστικό, έκτακτο. Αλλά για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Δεν μπορεί η Ελλάδα να τελεί μονίμως σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Οσο όμως τα χρόνια περνούν χωρίς η χώρα να φτάνει σε σημείο οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας, ενώ ταυτόχρονα ασκούνται όλο και πιο ακραία και δήθεν έκτακτα μέτρα και πρακτικές, ενισχύονται στους πολίτες οι εντυπώσεις, η αίσθηση ότι είναι απροστάτευτοι σε μια χώρα που είναι εκτός ελέγχου. Ότι υπάρχει πρόβλημα φοροδιαφυγής στην Ελλάδα το ξέρουν όλοι. Επτά χρόνια παίρνουμε μέτρα και επιβάλλονται νέοι φόροι, χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί κάποιες θεσμικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις που θα βοηθούσαν, όπως πχ η σύνδεση των ταμειακών μηχανών με το Taxis. Εχει ψηφιστεί σαν προβλεπόμενο μέτρο αλλά ως εκεί, γιατί στην πράξη δεν έγινε τίποτε.

Οι πολίτες είναι ευάλωτοι στις αυθαιρεσίες της κάθε κυβέρνησης που επιδιώκει να πιάσει τα νούμερα, χωρίς να μειώσει δαπάνες. Σε μια περίοδο που γενικώς οι θεσμοί εκφυλίζονται, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί εξαίρεση και ξεχωρίζει επιδεικνύοντας ανεξαρτησία και προσήλωση στο νομικό καθεστώς. Εκτός από την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, το ΣτΕ στάθηκε πρόσφατα και πάλι στο ύψος του, εκδίδοντας απόφαση σύμφωνα με την οποία οι φορολογικές αρχές πρέπει τεκμηριωμένα να αποδεικνύουν τη φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών προκειμένου να μπορούν να επιβάλουν πρόστιμα.

Σύμφωνα με απόφαση που πήρε 7μελής επιτροπή του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ, το βάρος απόδειξης της φοροδιαφυγής είναι ευθύνη και δουλειά του κράτους. Δουλειά την οποία πρέπει να κάνει ολοκληρωμένα και σωστά τεκμηριωμένα κι όχι να στέλνει «φιρμάνια» στους ελεγχόμενους και αυτοί μετά να τρέχουν να αποδείξουν ότι οι ισχυρισμοί των φορολογικών υπηρεσιών σε βάρος τους δεν ισχύουν.

Το ΣτΕ επαναφέρει την κοινή λογική λέγοντας πως η εφορία φέρει καταρχήν, το βάρος της απόδειξης των στοιχείων που αποτελούν την παράβαση. Η φορολογική αρχή, αναφέρει η απόφαση του ΣτΕ, «πρέπει, ιδίως, να διαπιστώσει, κατά τρόπο αρκούντως τεκμηριωμένο (ακόμα και με έμμεσες αποδείξεις), ότι ο επιτηδευματίας εισέπραξε το επίμαχο ποσό ως αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας». Η φορολογική αρχή εάν δεν προβεί σε τεκμηριωμένη κρίση, αλλά «απλώς θεωρεί ότι πρόκειται για περιουσιακή προσαύξηση άγνωστης προέλευσης (επομένως, δυνάμενη να προέρχεται και από πηγή ή αιτία μη αναγόμενη στην άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος) και, συνακόλουθα, βάσει των διατάξεων του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, για εισόδημα από υπηρεσίες ελευθέριων επαγγελμάτων», τότε στην περίπτωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στο βάρος της απόδειξης όπως έχει την υποχρέωση και τα πρόστιμα ακυρώνονται.

Υπενθυμίζεται, επίσης οτι μετά απο άλλη απόφαση του ΣτΕ, η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να μειώσει τις αντικειμενικές αξίες, ασχέτως του τρόπου που τελικά “εφάρμοσε” την απόφαση.

*Αναδημοσίευση από το Protothema.gr.