Ειδησεογραφικό site

Αυτός ο Χάρρυ- Βασίλης, o «Μικρός», o «Μέγας»

805

Όταν τη Δευτέρα το πρωί μάθαμε (όπως όλοι) και εδώ «Στο Καρφί» για την απώλεια του Χάρρυ Κλυνν, μετά τη συγκίνηση των πρώτων στιγμών και τις συνηθισμένες σε τέτοιες περιστάσεις κουβέντες, μπήκαμε στο «τρυπάκι» της επαγγελματικής «διαστροφής». Πώς να διαχειριστούμε το αφιέρωμα στη μνήμη του, στο φύλλο της Παρασκευής. Το σημερινό δηλαδή. Πέντε μέρες μετά τον θάνατό του, τι να γράψει κανείς και τι να πει για εκείνον που να μην έχει ήδη γραφτεί ή να μην έχει ειπωθεί και που να μην τα έχετε και εσείς ξανακούσει ή ξαναδιαβάσει; Και σε ποια σελίδα να τα καταχωρήσουμε;

του Κούτα Μάρες

Τελικά, καταλήξαμε να μπει στο «Ξεκάρφωμα». Ίσως και αυτός, αν ήταν στη θέση μας, αν έπρεπε σώνει και καλά να επιλέξει κάποια από τις σελίδες μας, αυτή θα διάλεγε… Άλλωστε, για κείνον η σάτιρα και το γέλιο ήταν ένα καταφύγιο… Ένας τρόπος για να ξορκίσει την ευαισθησία του και τον πόνο… Μια παραλλαγή, ένα… Ξεκάρφωμα για να αντέξει την καθημερινότητα… Αυτό εικάζω και ιδού μια κάποια απόδειξη: Όταν πριν από περίπου δύο χρόνια πέθανε ο λατρεμένος του γιος Νίκος, το καμάρι του, σε ηλικία μόλις 49 ετών, χτυπημένος από τον καρκίνο, αυτός στην προσωπική του διαδικτυακή σελίδα (6 Ιουνίου του 2016 ήταν, 5.02 το απόγευμα) δεν έγραψε επικήδειο ούτε κάτι σπαρακτικό… Κάτι που να εξέφραζε όσα ένιωθε στην καρδούλα του… Για «ξεκάρφωμα» δημοσίευσε μια σειρά από φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (ζούσε και ήταν στα 98) να καπνίζει αρειμανίως και στη λεζάντα έγραφε με λευκά κεφαλαία γράμματα σε μαύρο φόντο: «ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΣΟΥ ΛΕΝΕ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΣΚΟΤΩΝΕΙ. ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ!». Λίγες μέρες αργότερα είχε εξομολογηθεί: «Όχι απλά μας λείπει ο Νίκος αλλά με τη σκέψη του κοιμόμαστε και ξυπνάμε. Νομίζουμε απλώς πως είναι ψέμα. Παραμύθι. Αισθάνομαι πως θα ανοίξει η πόρτα και θα μπει εκείνος. Ό,τι και να σας πω είναι λίγο. Ούτε κατά διάνοια το σκεφτόμασταν. Εντελώς αναπάντεχο και ξαφνικό γεγονός. Μέσα σε 6 μήνες τον έφαγε… Από τον Σεπτέμβρη μέχρι σήμερα. Δεν πήραμε χαμπάρι ότι θα έφευγε έτσι… Ξαφνικά. Δύσκολα επουλώνονται τέτοιες πληγές. Απλώς, εμείς οι Πόντιοι έχουμε δύναμη ψυχής. Θα αντέξουμε. Θα το ξεπεράσουμε. Χρειάζεται χρόνος όμως…». Τελικά, δεν το ξεπέρασε. Πώς να επουλωθεί τέτοια πληγή; Δεν άντεξε κι αυτός ο καημός τον σκότωσε. Αυτό υποστηρίζουν όλα τα δημοσιεύματα και κάποιοι που ισχυρίζονται πως είχαν επαφή μαζί του την τελευταία αυτή διετία…
Ο κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης ήταν ένας κοινός θνητός. Ένας άνθρωπος «μικρός και μέγας» ταυτόχρονα, όπως όλοι. Ο καλλιτέχνης Χάρρυ Κλυνν άφησε βαθύ αποτύπωμα και άνοιξε νέους δρόμους σε μια πανάρχαια τέχνη. Έτσι κέρδισε την «Αθανασία», τουλάχιστον για όσο παραμένει ζωντανή η παρουσία του στη φυλετική μας μνήμη, ως ο «γελωτοποιός της Ρωμιοσύνης» ή, ακόμη πιο απλά, όπως τον περιέγραψε ο Λάκης Λαζόπουλος: «Ο Χάρρυ Κλυνν σκόρπισε τόσο γέλιο στη ζωή του, που όλο δεν μπορεί να γίνει κλάμα τώρα με τον θάνατό του. Θα περισσέψει πολύ γέλιο. Τόσο που θα τον θυμούνται γενιές και γενιές. Αλησμόνητος, ο οποίος έκανε τις καρδιές να γελάσουν».
«Παρακαλώ να γελάτε πιο γρήγορα, δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου…», είχε πει ο ίδιος. Εν τέλει είχε στη διάθεσή του 78 χρόνια. Πολλά; Λίγα; Πάντως, μάλλον μεστά, συναρπαστικά θα έλεγα… Για τα στερνά, αυθαιρέτησα και σας μίλησα εγώ. Για τα πρώτα είχε μιλήσει ο ίδιος. Τα λόγια του:
«Γεννήθηκα στην Καλαμαριά το 1940, λίγο πριν από τον πόλεμο, σ’ ένα προσφυγικό γκέτο. Τα σπίτια ήταν ανύπαρκτα, μιας και η καλή της μεριά ήταν η χειρότερη πλευρά της Θεσσαλονίκης, η άγονη, που άρχιζε από τις παλιές αποθήκες κι έφτανε στο τέλος της Γεωργικής Σχολής. Θάλαμοι ήταν τότε τα σπίτια μας και αντίσκηνα… Η πρώτη γενιά των Ποντίων (…). Εγώ μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι του λεγόμενου εποικισμού – τα τούβλα τα παρασκεύαζαν στην ίδια την Καλαμαριά με νερό από τη θάλασσα. Τα τούβλα λιώνανε πολύ γρήγορα αφού το νερό ήταν αλμυρό κι έτσι αναγκαστήκαμε για δύο χρόνια να μείνουμε σε σκηνή. Νερό δεν υπήρχε παρά μόνο μια βρύση, από την οποία παίρναμε όλοι στη γειτονιά τη δική μας – ανά γειτονιές χωριζόμαστε. Ηλεκτρικό δεν υπήρχε, όπως δεν υπήρχε ούτε ένα μέτρο ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολα ήταν, ειδικά τον χειμώνα. Παρ’ όλα αυτά, οι γονείς οι δικοί μας μετατρέψανε πάρα πολύ γρήγορα αυτή την άγονη γη σ’ ένα καταπράσινο τοπίο. Λουλούδια, σπίτια, χτιστήκανε πάρα πολύ γρήγορα από τα χέρια των Ποντίων και η Καλαμαριά πήρε αυτό το όμορφο χρώμα που τόσο νοσταλγούμε όσοι μεγαλώσαμε σε αυτήν (…). Είχαμε και ένα θερινό σινεμά, τον Θερμαϊκό, που τώρα έχει γίνει σούπερ μάρκετ. Μας έτρεφαν οι ήρωες του κινηματογράφου. Ο Σαρλό, ο Χοντρός και ο Λιγνός και μετέπειτα οι ταινίες του κλασικού κινηματογράφου που μας έκανε να ελπίζουμε σ’ έναν κόσμο καλύτερο. Εγώ έκανα μιμήσεις, πολύ καλές μιμήσεις. Μπορούσα να μιμηθώ από τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ μέχρι τον Έρολ Φλιν. Οι ήρωές μας ήταν όλοι αυτοί, με αποκορύφωμα τον σπουδαίο, τον μεγάλο, τον ανεπανάληπτο Τζέρι Λούις, που μας συντρόφευε σε όλες τις παρέες και τα παιδικά πάρτι (…). Ήθελα ή να γίνω γιατρός ή να έχω ένα βενζινάδικο στην εξοχή ή μια μικρή φάρμα κάπου. Αλλά την ίδια εποχή με είχε μαγέψει η ποίηση. Δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός. Τότε έγραφα συνέχεια, σκεφτόμουν να γίνω και συγγραφέας ή ζωγράφος (…). Μεγάλωσα μέσα στη μαγεία των χρωμάτων λόγω του πατέρα μου, που ήταν ζωγράφος, και νομίζω πως η ζωγραφική και η ποίηση είναι οι ωραιότερες διαφυγές που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Για να είμαι ειλικρινής, πρώτα είναι η ποίηση και η ζωγραφική και μετά το θέατρο, που δεν είναι μοναχικό αλλά έχει τη μαγεία της επικοινωνίας (…). Από τύχη έγινα καλλιτέχνης. Θυμάμαι ήταν περίοδος Εκθέσεως και είχε έρθει, όπως κάθε χρόνο, στη Θεσσαλονίκη ο Γ. Oικονομίδης με το συγκρότημά του. Εμφανιζόταν στο “Λουξεμβούργο” κι εμείς, όλη η “τσακαλοπαρέα”, σκαρφαλωμένοι στη μάντρα απ’ το διπλανό καρνάγιο, να παρακολουθούμε την παράσταση. H βραδιά εκείνη ήταν βραδιά ταλέντων. Πρώτο βραβείο, μία χρυσή λίρα, ένα κουστούμι και μία συσκευή πετρογκάζ. Διασκεδάζαμε κι εμείς με τον κόσμο και ξαφνικά πετάγεται ένας φίλος μου, “ρε Bασιλάκη”, μου είπε, “τα ταλέντα είναι της πλάκας, δεν πας κι εσύ να τους σκίσεις;”. Κάποιοι φαίνεται με σπρώξανε. Πώς βρέθηκα μέσα, τι είπα και τι έγινε, ούτε που το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως ότι κέρδισα τη λίρα, το κουστούμι και την πετρογκάζ! (…).Τα λεφτά ελάχιστα και τα όνειρα μεγάλα. Ταβέρνες, αναψυκτήρια, καμπαρέ… Μεγάλο σχολειό το καμπαρέ… H πρώτη μου επαφή με ξένους καλλιτέχνες. Μπαλέτα, τραγουδιστές, ζογκλέρ, κωμικοί… “Κι όμως, εγώ είμαι καλύτερος”, έλεγα μέσα μου. Tο έλεγα και το πίστευα. Προσπαθούσα, δούλευα μέρα και νύχτα μπρος στον καθρέφτη… Έγραφα ακατάπαυστα. Σιγά σιγά άρχισαν να με προσέχουν. Ήταν τότε που γύρισα και τις δύο πρώτες ταινίες μου, τα “201 καναρίνια” και το “Γάμος αλά ελληνικά”. Όλοι μιλούσαν τότε για ένα νέο ταλέντο. Το μεροκάματό μου ανέβηκε… Επιτέλους μπορούσα να τρώω δύο φορές την ημέρα. Kι ενώ όλα πήγαιναν καλά… με κάλεσαν για λίγες εμφανίσεις σ’ ένα ελληνικό μαγαζί στο Mόντρεαλ του Kαναδά κι εγώ έπρεπε να πάω… Ήταν να πάω για δουλειά δυο μέρες, τελικά οι δυο μέρες έγιναν δέκα χρόνια. Η αλήθεια είναι πως έψαχνα μια ευκαιρία να φύγω για την Αμερική… Η ζωή και ο χρόνος με δικαίωσαν. Ούτε τα αγγλικά μου ήταν εκείνα που ξέρει κάποιος που έχει μελετήσει, ούτε Google υπήρχε, παρ’ όλα αυτά κατάφερα και δούλευα σε μέρη όπως το Jackson Place στο Ντιτρόιτ, όπου γνώρισα μεγάλους καλλιτέχνες. Δουλεύαμε σε μέρη όπου το ποτό έκανε 25 ευρώ (…). Στην Aμερική γνώρισα και τη Xαρίκλεια. Παντρευτήκαμε τον χειμώνα του 1965 στο Σικάγο. Eκεί γεννήθηκαν και τα δύο από τα τρία παιδιά μου, ο Nικόλας που γεννήθηκε στο Σικάγο και ο Aποστόλης που γεννήθηκε στο Mόντρεαλ. H Kορίνα γεννήθηκε στην Aθήνα. To εγγονάκι μου, το Χαρικλάκι, γεννήθηκε κι αυτό στην Αθήνα… Tα πιο πολλά όμως χρόνια τα έζησα στο Mόντρεαλ, στο Σικάγο και στη Nέα Yόρκη. Δούλεψα δίπλα σε μεγάλους κωμικούς -ανάμεσά τους και ο Γούντι Άλεν- την εποχή που δειλά δειλά έκανε στην Aμερική την εμφάνισή της η σκληρή κοινωνική και πολιτική σάτιρα, αυτό που αργότερα ονομάσανε stand up comedy… Εμείς το λέγαμε “το Θέατρο των φτωχών”… Πολύ γρήγορα δημιούργησα και επέβαλα το δικό μου προσωπικό στιλ και ύφος, που το έφερα μαζί μου επιστρέφοντας στην Eλλάδα μετά από δέκα χρόνια περιπλάνησης». Ήταν το σωτήριον έτος 1974…
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ (με τα δικά του λόγια): «Από μικρός ήλπιζα κι έτσι μεγάλωσα… Ελπίζοντας»

Τα σχόλια είναι κλειστά.