Ειδησεογραφικό site

Φάκελος Κύπρου: Μαρτυρία-σοκ «Κομάντο ‘74» για την πτήση θανάτου – Το ντοκουμέντο της προδοσίας

1.551

ΣΟΥΔΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΝΙΚΗ»

ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΔΡΟΜΩΝ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 1974, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΕΤΑΞΕ Η ΧΟΥΝΤΑ

Της Πέννυς Κροντηρά

Το «Καρφί», συνεχίζοντας το άνοιγμα του Φακέλου της Κύπρου, φωτίζει τα δραματικά γεγονότα του 1974 και αποκαλύπτει την πτήση θανάτου των 13 Noratlas από τη Σούδα των Χανίων προς τη Λευκωσία της Κύπρου, στις 21 προς 22 Ιουλίου το ξημέρωμα. Η χουντική στρατιωτική ηγεσία του δικτάτορα Ιωαννίδη έστειλε τους κομάντο μας σε επιχείρηση αυτοκτονίας. Για να μην εγκλωβιστούν από τα εχθρικά ραντάρ, τα αεροπλάνα πέταξαν χωρίς φώτα, με σιγή ασυρμάτου, χωρίς ραντάρ, χωρίς συνοδεία μαχητικών αεροσκαφών, χωρίς σωσίβια οι καταδρομείς, σε πτήση 4 ωρών, σε ύψος μόλις 100 μέτρων πάνω από τη θάλασσα. Η έλλειψη συντονισμού, λόγω του εγκληματικού πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, είχε ως αποτέλεσμα να χτυπηθούν και τα 13 αεροσκάφη από ελληνικά αντιαεροπορικά πυρά στον αέρα της Λευκωσίας, καθώς θεωρήθηκαν ότι ήταν τουρκικά!

Αποκαλύψεις έπειτα από 40 χρόνια

Ο Ηρακλειώτης στην καταγωγή Χαράλαμπος Αποστολάκης, σήμερα συνταξιούχος καθηγητής Φυσικής, ήταν τότε έφεδρος ανθυπολοχαγός της ένδοξης Α’ Μοίρας Καταδρομών και τώρα μέλος του συλλόγου «Κομάντο 1974», που πολέμησαν ηρωικά τους Τούρκους. Η συνάντησή μας έγινε στα γραφεία του συλλόγου, στην οδό Θεμιστοκλέους, εκεί όπου είναι το «φυλάκιο μνήμης» των τελευταίων τουρκομάχων. Σε κλίμα συναισθηματικά φορτισμένο, μας περιέγραψε την επιχείρηση «Νίκη» σαν να την ξαναζούσε τώρα, αποκαλύπτοντάς μας ότι μιλάει για πρώτη φορά έπειτα από 40 χρόνια!

«Στις 21 Ιουλίου 1974 και ώρα 16.30, ο διοικητής μας, ταγματάρχης Γεώργιος Παπαμελετίου, έλαβε προφορική εντολή από τον ταξίαρχο Γιάννακα της Διοίκησης Καταδρομών να αναδιατάξουμε τις δυνάμεις μας, να αναπροσαρμόσουμε τους φόρτους και τον οπλισμό μας, προκειμένου να αναλάβουμε αποστολή στην Κύπρο, για να υπερασπιστούμε την ανεξαρτησία και ελευθερία της. Είχαμε πληροφορηθεί ότι η Τουρκία είχε κάνει στρατιωτική εισβολή, το πρωί της 20ής Ιουλίου. Ο διοικητής κάλεσε τους αξιωματικούς στο γραφείο του και μας ενημέρωσε ότι τα πράγματα άλλαξαν. Ενώ ήμασταν προετοιμασμένοι πολεμικά για τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, μας είπε ότι αποστολή μας ήταν πλέον η Κύπρος, στην οποία θα μεταβαίναμε με αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας που είχαν ήδη απογειωθεί από τα αεροδρόμια της Ελευσίνας και του Βόλου και πετούσαν προς τη Σούδα. Μάλιστα, μόλις τελείωσε η ενημέρωση, με κάλεσε ο αξιωματικός επιχειρήσεων και εκπαιδεύσεως, ταγματάρχης Βασίλειος Μανουράς, από τα Ανώγεια της Κρήτης, και μου ανέθεσε τα καθήκοντα του βοηθού του, αφήνοντας τα καθήκοντα του διμοιρίτη στον 43ο Λόχο».

Τραγουδώντας «Πότε θα κάμει ξαστεριά»

«Αναπροσαρμόσαμε λοιπόν το σχέδιο, πήραμε τον ατομικό μας οπλισμό, πυρομαχικά, χειροβομβίδες και έναν ορισμένο αριθμό αντιαρματικών όπλων και πυρομαχικών. Ο διοικητής μάς τόνισε να εμψυχώσουμε τους καταδρομείς όσο γινόταν, για να έχουμε μια πολύ καλή ετοιμότητα και ένα καλό αποτέλεσμα. Επίσης, να τους ενημερώσουμε ότι η αποστολή άλλαζε, αλλά χωρίς να τους πούμε ότι θα πηγαίναμε στην Κύπρο. Πράγματι αυτό έγινε. Εκ των υστέρων, επειδή εγώ προηγήθηκα με τον ταγματάρχη Βασίλειο Μανουρά, έμαθα ότι έξω από το προαύλιο της Μοίρας ο διοικητής είπε στους καταδρομείς “παιδιά, πάμε για Κύπρο”, αλλά δεν το άκουσα εγώ ο ίδιος. Εμείς καλέσαμε στο προαύλιο όλη τη δύναμη της Μοίρας που ήταν σε ετοιμότητα, έγινε η αναφορά και, συντεταγμένα πλέον και πειθαρχημένα, γύρω στις 19.30, επιβιβαστήκαμε στα επιταγμένα λεωφορεία του ΚΤΕΛ και των ιδιωτών από τα Χανιά που είχαν φτάσει. Ο ενθουσιασμός των καταδρομέων ήταν τόσο μεγάλος, που εμείς, έχοντας εκπαιδευτεί στα βουνά σε πραγματικές συνθήκες πολέμου, με αναπτερωμένο ηθικό, όλοι μας τραγουδούσαμε τα τραγούδια της Κρήτης, αντάρτικα και το επαναστατικό τραγούδι «Πότε θα κάμει ξαστεριά», με το βαρύνοντα συμβολισμό του. Περνούσαμε μέσα από την αγορά των Χανίων και ο κόσμος που ήταν ενημερωμένος χειροκροτούσε και μας έλεγε “στο καλό, παιδιά, και καλό βόλι!”»

Με ηθικό υψηλότατο…

«Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Σούδας γύρω στις 20.00-20.30, είδαμε ότι είχαν αφιχθεί τα περισσότερα αεροσκάφη και μέσα βρισκόταν μόνο ένα μέρος του πληρώματος. Οι χειριστές είχαν ήδη μεταβεί στο κέντρο επιχειρήσεων, για να ενημερωθούν από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο για τις συνθήκες της αποστολής. Πήρα εντολή από τον ταγματάρχη Μανουρά να συντονίσω και να οργανώσουμε γρήγορα την επιβίβαση των καταδρομέων στα αεροσκάφη μαζί με τους διοικητές των λόχων και τους διμοιρίτες. Η επιβίβαση στα αεροσκάφη έγινε συντονισμένα και πειθαρχημένα σε χρόνο ρεκόρ. Το ηθικό ήταν υψηλότατο. Σε κάθε αεροσκάφος επιβιβάζονταν ο διμοιρίτης με μια διμοιρία και τον οπλισμό. Όταν είχαμε συμπληρώσει το έβδομο στη σειρά αεροσκάφος, και πηγαίνοντας για το όγδοο, είδα να έρχεται προς το μέρος μου ο διοικητής της Μοίρας μαζί με τον ταγματάρχη Μανουρά και συζητώντας είπαν “θα επιβιβαστούμε τώρα εμείς στο όγδοο αεροσκάφος, για να αντιμετωπίσουμε πιθανά προβλήματα…” Αμέσως, με διέταξαν να επιβιβαστώ και εγώ μαζί τους και ανέθεσαν σε άλλο αξιωματικό την επιβίβαση των υπόλοιπων καταδρομέων στα επόμενα αεροσκάφη».

ΧΩΡΙΣ ΡΑΝΤΑΡ, ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΩΣΙΒΙΑ…

Όσον αφορά τις οδηγίες πτήσης και τα δεδομένα που αντιμετώπισαν στον αέρα, καθώς βάλλονταν από τα φίλια πυρά των Ελληνοκυπρίων, ο κ. Αποστολάκης αφηγείται με ζωντάνια: «Το πρώτο αεροσκάφος πρέπει να απογειώθηκε γύρω στις 21.00, με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο στον κόλπο της Σούδας, ανατολικά των Λευκών Ορέων, και στη συνέχεια κατεβήκαμε σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η ενημέρωση που είχε γίνει από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο, που ήταν απεσταλμένος από το Αρχηγείο της Αεροπορίας, προς τους αεροπόρους και το διοικητή της Μοίρας ήταν ότι θα υπήρχε πλήρης σιγή ασυρμάτου, φώτα πλεύσεως σβηστά, απόλυτο σκοτάδι και ότι μέσα στα αεροσκάφη δεν θα κινούνταν ούτε κουνούπι. Δεν θα άναβε κανένα φως, ούτε τσιγάρο ή αναπτήρας, τίποτε! Ήταν πραγματικά ηρωική αυτή η αποστολή, με την έννοια ότι έγινε από πιλότους που, στο σύνολό τους, δεν είχαν δει ποτέ την Κύπρο και πήγαιναν, για πρώτη φορά, μόνο με χάρτη και πυξίδα! Την εποχή εκείνη, ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν εντελώς δύσκολο, ήταν μια αποστολή θανάτου, και με το δεδομένο ότι τα αεροσκάφη ήταν παλιά και με πτητικά προβλήματα. Γι’ αυτό και από το διεθνή Τύπο και πολλούς στρατιωτικούς κύκλους, αλλά και από το δημοσιογράφο Αλί Μπιράντ της Τουρκίας, ονομάστηκε “αποστολή αυτοκτονίας”. Εάν οι Τούρκοι μέσα από τα ραντάρ έβλεπαν την αποστολή, αρκούσε ένα αεροσκάφος αναχαίτισης για να μας ρίξει όλους κάτω. Και ενώ ειπώθηκε ότι εμείς θα είχαμε συνοδεία μαχητικών αεροσκαφών, ώστε τελικά να γίνουν αναχαιτίσεις σε περίπτωση προσβολής από τουρκικά αεροσκάφη, εκ των υστέρων μάθαμε ότι τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε. Γιατί εμείς πετούσαμε στα 80-100 μέτρα, ίσως και χαμηλότερα, πάνω από τη θάλασσα, κάτι απαγορευτικό για τα μαχητικά αεροσκάφη, που δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, καθώς υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Και δεύτερον, έπρεπε να παραμείνουν στον αέρα πάνω από 5 ώρες, για να συνοδεύσουν το πήγαινε αλλά και την επιστροφή των Noratlas, και δεν υπήρχε δυνατότητα ανεφοδιασμού. Παράλληλα, πετώντας σε μεγαλύτερα ύψη, θα γίνονταν αντιληπτά και από τα ραντάρ και η Τουρκία θα σήκωνε αεροσκάφη. Έτσι θα υπήρχε εναέρια εμπλοκή, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν».

Δεν βλέπαμε ο ένας τον άλλο

«Συναισθήματα των καταδρομέων μέσα στο αεροσκάφος δεν μπορούσε να διαπιστώσει κανείς, λόγω του απόλυτου σκοταδιού. Δεν έβλεπε ο ένας τον άλλο καθόλου. Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε λόγω του βόμβου, που ήταν τόσο δυνατός, ώστε ήταν απαγορευτική οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ μας. Εγώ ένιωθα καλά, γιατί είχα περάσει αρκετά σχολεία των Ειδικών Δυνάμεων. Υπήρχε μόνο μια αγωνία για το άγνωστο, καθώς δεν ξέραμε και τις δυνατότητες των τουρκικών αεροπορικών δυνάμεων. Είχαμε ένα συγκρατημένο φόβο για μια εναέρια εμπλοκή, καθώς δεν είχαμε σωσίβια και ήμασταν φορτωμένοι με 30-40 κιλά ο καθένας μας. Μια ανησυχία για το πώς θα εξελισσόταν η επιχείρηση. Και, σε περίπτωση αεροπορικής προσβολής, ο κίνδυνος να καταλήξουν τα αεροσκάφη αύτανδρα στο βυθό της θάλασσας ήταν πάρα πολύ μεγάλος».

Πώς γλιτώσαμε τη συντριβή

«Η πτήση διήρκεσε περίπου 3,5-4 ώρες. Τα αεροσκάφη μεταξύ τους είχαν χρονικό διαχωρισμό 5 λεπτών για λόγους ασφαλείας. Ήμουν συνεχώς όρθιος, με ελάχιστο χρόνο ξεκούρασης, για να βλέπω τι γίνεται κάτω από το φινιστρίνι του αεροσκάφους. Προσπαθούσα να εντοπίσω φώτα, πλοία, δυνάμεις ναυτικές. Έξω λοιπόν από τις κυπριακές ακτές εντοπίσαμε μια ναυτική δύναμη. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι ήταν αγγλικά πλοία. Δεν μας αναχαίτισαν με πυρά ή με αεροσκάφη. Μάλιστα, έμαθα ότι κάποιοι πιλότοι είδαν να πετά δίπλα τους ένα αεροσκάφος αναγνωριστικά. Ξαναζώ τα γεγονότα! (χαμογελάει) Αργότερα, από τους ίδιους τους χειριστές διαπιστώθηκε ότι όλα τα αεροσκάφη δέχτηκαν φίλια πυρά. Είμαι αγχωμένος γιατί ξαναζώ τα γεγονότα, συγγνώμη. Ύστερα από πολύ λίγο χρόνο, διαπιστώνω ότι έχουμε βρεθεί πάνω από έδαφος. Δεν ήξερα αν ήταν η Κύπρος ή κάποιο άλλο νησί. Στις ακτές φαίνονται φώτα εγκαταστάσεων. Καταλαβαίνω ότι το αεροσκάφος παίρνει θέση για προσγείωση, μάλλον οι χειριστές πίστεψαν ότι βρίσκονταν σε κάποιο αεροδρόμιο. Αλλά μας έκανε εντύπωση, γιατί το αεροδρόμιο της Λευκωσίας είναι στο κέντρο, έχει γύρω γύρω ξηρά και όχι θάλασσα, όπως εκεί. Αμέσως, είπα μέσα μου ότι ο πιλότος έχει κάνει λάθος και κάπου αλλού πηγαίνει. Τη στιγμή λοιπόν που πήγαινε να κατεβάσει τροχούς, ξαφνικά φουλάρει τις μηχανές και ανεβαίνει προς τα πάνω. Διαπίστωσε ότι δεν ήταν στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, αλλά στις εγκαταστάσεις των Άγγλων στη Δεκέλεια. Μετέπειτα, από συζητήσεις με χειριστές που έκανα, έμαθα ότι, αν δεν έκανε αμέσως αυτή την άνοδο, μάλλον θα συντριβόμασταν πάνω από τις εγκαταστάσεις. Αυτό που σας λέω είναι μια μαρτυρία που δεν έχει καταγραφεί πουθενά και, επειδή ο χειριστής του αεροσκάφους Νικόλαος Τζανάκος είναι μακαρίτης, εγώ τιμώ τη μνήμη του και δεν θέλω με αυτό που λέω να βεβηλωθεί. Θέλω μόνο να τονίσω ότι οι πιλότοι αυτοί ήταν πραγματικοί ήρωες, διότι κατόρθωσαν το ακατόρθωτο».

Οι σφαίρες χτυπούσαν σε διάφορα σημεία τα αεροσκάφη

«Αμέσως μετά, κινηθήκαμε βόρεια. Την ίδια μέρα οι Άγγλοι έστειλαν στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων ένα σήμα διαμαρτυρίας, ότι παραβιάσαμε τον εναέριο χώρο τους και ότι, αν αυτό ξανασυμβεί, θα υπάρξει αναχαίτιση. Μάλιστα, δήλωσαν ότι δεν ήταν ενήμεροι γι’ αυτή την αποστολή και ότι αυτό που έγινε τους αιφνιδίασε και οι συμφωνίες ήταν να μην επιτραπεί σε καμία περίπτωση βοήθεια από την πλευρά της Ελλάδας, ούτε διά θαλάσσης ούτε από αέρος. Ύστερα από λίγο, είδαμε τα φώτα διαφόρων οικισμών της Λευκωσίας και, φτάνοντας στο αεροδρόμιο, παντού υπήρχαν φωτιές, σε λόφους, σε πλαγιές βουνών, σε οικισμούς. Δεν είχαν ανάψει ακόμα τα φώτα του αεροδρομίου, πυκνό σκοτάδι, και ξαφνικά άρχισαν να μας χτυπούν με αντιαεροπορικά πυρά. Διαπιστώνουμε ότι τα πυρά ήταν από πολλές κατευθύνσεις, από μπροστά, από το πλάι, από αριστερά, από δεξιά, από διάφορες τοποθεσίες. Ήταν διασταυρούμενα και αυτά τα βλέπαμε εξαιτίας των τροχειοδεικτικών βλημάτων. Κοιτάζαμε λοιπόν τις φωτεινές βολίδες, όπως το θέαμα στο Βροντάδο της Χίου. Ήταν ένα τρομακτικό θέαμα. Ήμασταν όρθιοι, έτοιμοι για το καθετί πάνω στο αεροσκάφος, το οποίο βουτούσε και δεν είχε σταθερή πορεία. Προσπαθούσαν οι πιλότοι να αποφύγουν τα πυρά. Ήταν ένα δραματικό βράδυ. Οι σφαίρες περνούσαν δίπλα μας, πολλές χτυπούσαν σε διάφορα σημεία τα αεροσκάφη. Στο δικό μας αεροσκάφος δεν πάθαμε μεγάλη ζημιά, είχε αρκετές τρύπες στη δεξιά πτέρυγα, στην πίσω πόρτα, και είχε χτυπηθεί ένα τμήμα των δεξαμενών, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρροή καυσίμου».

Πηδούσαμε εν κινήσει από τα αεροπλάνα

«Παρ’ όλα αυτά, το αεροσκάφος προσγειώθηκε και, μόλις πιάσαμε διάδρομο, άνοιξαν οι πόρτες και δώσαμε εντολή στους καταδρομείς να είναι έτοιμοι. Τότε, σχεδόν εν κινήσει, πηδούσαμε από τις πόρτες του αεροσκάφους. Όλες οι αντιδράσεις ήταν αντανακλαστικές. Πηδώντας άλλοι έπεσαν στο έδαφος, άλλοι χτυπούσαν, άλλοι έχασαν πράγματα. Αμέσως μετά, το αεροσκάφος φούλαρε τις μηχανές και έφυγε, γιατί από πίσω ακολουθούσαν και άλλα. Δεν γνωρίζαμε, εκείνη τη στιγμή, ότι είχε πέσει το τέταρτο, το οποίο είχε αλλάξει θέση, από τρίτο που ήταν στη σειρά, και είχαν σκοτωθεί όλοι πλην ενός ατόμου. Ούτε και ότι ένα άλλο είχε βληθεί τόσο έντονα, ώστε τραυματίστηκαν εννέα άτομα και σκοτώθηκαν δύο, καθώς είχε ανοίξει στο κάτω μέρος μια μεγάλη τρύπα από βλήμα αντιαεροπορικού Bofor».

ΜΑΣ ΠΕΡΑΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥΣΑΝ

Το χρονικό της προσγείωσης και τα τραγικά νέα της πτώσης του «Νίκη 4» έχουν χαραχτεί βαθιά στην ψυχή του κ. Αποστολάκη. «Εμείς, όταν προσγειωθήκαμε, έπρεπε να πάρουμε θέσεις μάχης, γιατί δεν ξέραμε, βλέποντας αυτή τη μαζική προσβολή από αντιαεροπορικά πυρά και ελαφρά όπλα, αν το αεροδρόμιο μέσα σε αυτές τις 3,5 ώρες πτήσης είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Προσπαθούσαμε να έρθουμε σε επαφή με τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις. Τότε ακούσαμε, σε μια απόσταση 100 μέτρων, μια ελληνική φωνή και πλησιάσαμε προσεχτικά να δούμε τι γίνεται, γιατί πιστεύαμε ότι το αεροδρόμιο είχε καταληφθεί από τουρκικές δυνάμεις. Ήμασταν προσεχτικοί, κινηθήκαμε έρποντας, γιατί μπορεί να ήταν δυνάμεις εχθρικές και να υπήρχε συμπλοκή. Τότε, στην αναγνώριση, κάποιος φωνάζει: “Eίμαι Έλληνας υπολοχαγός”. Tον πλησίασα, τον χαιρέτησα και με αγκάλιασε. Μου είπε: “Εμείς δεν ξέραμε ότι ήσασταν Έλληνες, νομίζαμε ότι ήσασταν Τούρκοι και γι’ αυτό ακριβώς δεχτήκατε αυτόν το μεγάλο όγκο πυρών. Και εγώ ήμουν έτοιμος να εκτοξεύσω πυρά εναντίον σας”. Aλλά ήταν ψύχραιμος, πλησίασε τόσο κοντά, έκανε αναγνώριση και γι’ αυτό δεν υπήρξε μεταξύ μας συμπλοκή. Διαφορετικά, θα μπορούσαμε να έχουμε αλληλοεκτοξευόμενα πυρά και με ελληνικές δυνάμεις».

 ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ «ΝΙΚΗ 4» ΘΑΦΤΗΚΑΝ ΣΕ ΕΝΑΝ ΟΜΑΔΙΚΟ ΤΑΦΟ

«Μετά από αυτό, ήρθαμε σε επαφή με τη φρουρά του αεροδρομίου και με τον επικεφαλής συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο, που ήταν σε μια κατάσταση αλλοφροσύνης, δεν ήξερε τι του γινόταν και τα είχε χαμένα. Εκείνος μας είπε ότι γνώριζε ότι ήμασταν Έλληνες, αλλά δεν είχε ληφθεί το σήμα από τις υπόλοιπες δυνάμεις γύρω από το αεροδρόμιο. Μας προέτρεψε να κινηθούμε γρήγορα σε μια άκρη του αεροδρομίου, γιατί κατέφθαναν στρατιωτικά οχήματα να μας παραλάβουν και να μας οδηγήσουν εκτός αεροδρομίου, καθώς η ώρα πλησίαζε 05.30 και η τουρκική αεροπορία ξεκινούσε τους βομβαρδισμούς. Αν μας εντόπιζαν, θα είχαμε απώλειες. Όπως φεύγαμε, έπεσε πάνω μας ένα φορτηγάκι που ήταν γεμάτο τραυματίες και, όπως έμαθα αργότερα, προέρχονταν από το έκτο στη σειρά αεροσκάφος με επικεφαλής τον αείμνηστο υπολοχαγό Σταύρο Μπένο. Το “Νίκη 6” είχε δεχτεί πάρα πολλά αντιαεροπορικά πυρά και ένα βλήμα στο κάτω μέρος από αντιαεροπορικό Bofor, με αποτέλεσμα να ανοίξει μια μεγάλη τρύπα, να σκοτωθούν δύο άτομα και να τραυματιστούν εννέα. Το αεροσκάφος που είχε πέσει δεν το είχαμε δει και φλεγόταν στο λόφο της Μακεδονίτισσας, που απείχε 3 χιλιόμετρα. Αργότερα, αυτόπτες μάρτυρες μας είπαν ότι είχε δεχτεί πυρά στις δεξαμενές καυσίμων και φλεγόταν ήδη στον αέρα. Ο έλεγχος είχε χαθεί, καθώς οι πιλότοι είχαν τραυματιστεί ή ήταν νεκροί. Η δε αναγνώριση των νεκρών ήταν αδύνατη, γιατί οι περισσσότεροι είχαν καεί. Και, για να μη γίνουν βορά στα σκυλιά, δόθηκε εντολή να πάει ένα γκρέιντερ και να σκεπάσει τα συντρίμμια σε έναν ομαδικό τάφο. Μάλιστα, σήμερα μαθαίνουμε ότι δόθηκε εντολή από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να εκταφεί το αεροσκάφος, να γίνει DNA και να αναγνωριστούν οι νεκροί. Μόνο ένας καταδρομέας σώθηκε, ο Θανάσης Ζαφειρίου, με πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, που δεν του επέτρεψαν να είναι ποτέ όπως πριν. Δυστυχώς, οι αείμνηστοι ήρωες σύντροφοί μας με τους ήρωες χειριστές του αεροσκάφους “Νίκη 4” πέρασαν δραματικές στιγμές».

 

Φάκελος Κύπρου: «Θέλαμε να πολεμήσουμε και μας έστειλαν για ύπνο…» – Μιλάει στο «Καρφί» ο στρατηγός ε.α. Ελευθέριος Σταμάτης

ntokoumentoΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ…

ΙΔΟΥ ΤΟ ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΟΤΙ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ ΑΤΤΙΛΑ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΝΗΣΟ

 

Το τηλεγράφημα που έστειλε τη νύχτα της Παρασκευής 19 Ιουλίου 1974 προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών η κυπριακή πρεσβεία στην Αθήνα επικαλούμενη την τρομερή πληροφορία της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ότι 5 τουρκικά πλοία και 10 αποβατικά πλησιάζουν την Κύπρο. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, το χουντικό Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) «ΔΕΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙ»!!!

Της Πέννυς Κροντηρά

Το «Καρφί», ανοίγοντας το φάκελο της Κύπρου, κάνει μία ιστορική αναδρομή στα γεγονότα του 1974 που καθόρισαν τη νεότερη πολιτική ιστορία της χώρας και οδήγησαν στην αιματοβαμμένη διχοτόμηση της Κύπρου.

Στις 25 Νοεμβρίου 1973 η χούντα του Δημήτριου Ιωαννίδη με πραξικόπημα και κατ’ οίκον περιορισμό του Παπαδόπουλου στο Λαγονήσι, ανέτρεψε το δικτακτορικό καθεστώς της χούντας των Συνταγματαρχών (1967) και της κυβέρνησης του Σπύρου Μαρκεζίνη, που θα οργάνωνε εκλογές το 1974 υπό τη σκιά των τανκς. Ο αδίστακτος Ιωαννίδης, κινούμενος στο παρασκήνιο, διόρισε τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη ως Προέδρο της Δημοκρατίας και τον οικονομολόγο Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο ως πρωθυπουργό.

Ο Ιωαννίδης είχε ψύχωση με το κυπριακό ζήτημα, καθώς είχε υπηρετήσει εκεί κατά τη δεκαετία του 1960. Βάσει  των αναμνήσεων του αρχηγού ενόπλων δυνάμεων (την περίοδο Ιωαννίδη) στρατηγού Γρηγόρη Μπονάνου, η απόφαση της ανατροπής του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, «έχαιρε της εκτίμησης της CIA». Η απόφαση για το πραξικόπημα ελήφθη στις 22 Ιουνίου στο σπίτι της αδερφής του πρωθυπουργού Ανδρουτσόπουλου στο Παγκράτι. Μάλιστα, το πράσινο φως το έδωσαν οι Αμερικανοί με τη διαβεβαίωση ότι η Τουρκία δεν θα επέμβει. Γι’ αυτό αργότερα ο Ιωαννίδης δήλωσε: «Μας εξαπατήσατε», απευθυνόμενος στον απεσταλμένο Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Ζόζεφ Σίσκο.

ΗΘΕΛΑΝ ΝΕΚΡΟ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟ

Στις 8:15 της 15ης Ιουλίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Στόχος ήταν ακόμη και η δολοφονία του Μακαρίου την ώρα που μιλούσε σε μία ομάδα Ελλήνων μαθητών από το Κάιρο. Το καταβομβαρδισμένο και κατεστραμμένο από το πυροβολικό της ΕΛΔΥΚ (Ελληνικής Δύναμης Κύπρου) Προεδρικό Μέγαρο και οι δολοφονίες των υπερασπιστών του αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο της εμμονής του Ιωαννίδη κατά του «τραγόπαπα – κοκκινόπαπα» όπως συνήθιζε να αποκαλεί τον Μακάριο.

Ο Μακάριος, καταφέρνοντας να διαφύγει από την πίσω πλευρά του Μεγάρου, φθάνει στην Πάφο -δίχως ράσα- και απευθύνει μήνυμα αγώνα από ραδιοσταθμό: «…Ελληνικέ κυπριακέ λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίο συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός και είμαι μαζί σου συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινό αγώνα…».

Τότε αποστέλλονται με διαταγή του χουντικού επικεφαλής των καταδρομών Κωνσταντίνου Κομπόκη, που ηγήθηκε της επίθεσης, αμέσως τεθωρακισμένα στην Πάφο για να συλληφθεί ο Μακάριος. Όμως, με τη στήριξη του φινλανδικού αποσπάσματος του ΟΗΕ ο Μακάριος ξεφεύγει με ελικόπτερο στην αγγλική βάση Ακρωτηρίου και από εκεί μεταφέρεται στη Μάλτα, καταγγέλλοντας διεθνώς τους πραξικοπηματίες.

«ΒΑΛΕ ΓΡΑΒΑΤΑ ΚΙ ΕΛΑ ΝΑ ΟΡΚΙΣΤΕΙΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ»

Ο διορισμός του νέου χουντικού προέδρου γίνεται εν μέσω διάλυσης και σύγχυσης, όταν ένας ταξίαρχος βλέποντας στο ΓΕΕΦ (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς) τον εοκαβίτη ακροδεξιό δημοσιογράφο Νίκο Σαμψών και καθώς δεν έβρισκε κανέναν από τους εκλεκτούς του ιωαννιδικού καταλόγου, χωρίς να ρωτήσει -λένε- την Αθήνα του προτείνει: «Πήγαινε βάλε μία γραβάτα και έλα να σε ορκίσουμε πρόεδρο…».

Η Τουρκία, με προηγηθείσα τη διένεξη την άνοιξη του 1974 για την υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο, βρίσκει πάτημα λόγω της ανατροπής της συνταγματικής τάξης. Δεν αναγνωρίζει το νέο καθεστώς και ετοιμάζεται για την εισβολή.

Είχαν δει τον «Αττίλα» να ’ρχεται…

Στις 5 το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974 τα τουρκικά αεροπλάνα εφόρμησαν στην Κυρήνεια, τη Λευκωσία και άλλες περιοχές του νησιού, χτυπώντας με πολυβόλα, ρουκέτες. Το σχέδιο «Αττίλας 1» ήταν γεγονός. Κομβικό σημείο αποτελούν οι μαρτυρίες ότι η επίθεση αυτή δεν ήταν απρόσμενη, καθώς το προηγούμενο βράδυ τα ραντάρ της Εθνικής Φρουράς είχαν δει κουκκίδες στις οθόνες τους. Μάλιστα, είχε ενημερωθεί το ΓΕΕΦ και το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας από την κυπριακή πρεσβεία στην Αθήνα και είχε ετοιμαστεί σχέδιο αμύνης ονόματι «Αφροδίτη». Αξίζει να σημειωθεί ότι το BBC ενημέρωνε την παγκόσμια γνώμη για αυτά που θα συμβούν προτού λάβουν χώρα!

Η αιματοκυλισμένη και πολύπαθη Κύπρος έμελλε να είναι ο καταλύτης για την επιστροφή της Δημοκρατίας στην Ελλάδα της δικτατορίας. Το καθεστώς έπεσε στις 24 Ιουλίου του 1974. Το διαδέχθηκε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος ανέμενε ως εφεδρεία του συστήματος την πρόσκληση.

Στις 8 Αυγούστου συγκλήθηκε στη Γενεύη πενταμερής διάσκεψη με σκοπό τον τελικό διακανονισμό του κυπριακού προβλήματος. Όμως, καθώς οι συζητήσεις απέβησαν άκαρπες, οι δυνάμεις του «Αττίλα 2» ήταν έτοιμες και περίμεναν το σύνθημα για το τελειωτικό χτύπημα στο νησί.

Στις 3.30 τα χαράματα της 14ης του Αυγούστου 1974 τελειώνουν με πλήρη αποτυχία στη Γενεύη οι τριμερείς διαπραγματεύσεις (Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας) για την κατάσταση στην Κύπρο και το κυπριακό πρόβλημα. Μία ώρα αργότερα, τα τουρκικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν Λευκωσία, Αμμόχωστο και άλλα σημεία της Κύπρου. Ο «Αττίλας 2» είχε ξεκινήσει.

Στην Αθήνα επιστρέφει ο ηγέτης του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος Αντρέας Παπανδρέου, ο οποίος στις 3 του Σεπτέμβρη 1974 ίδρυσε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, καθιστώντας την τιμωρία των ενόχων της κυπριακής προδοσίας βασικό στόχο της πολιτικής εθνικής κάθαρσης, στηλιτεύοντας το ρόλο του ΝΑΤΟ, της CIA και του Πενταγώνου – λόγια που εξέφρασαν τα αισθήματα όλων των Ελλήνων!
Μετά το δεύτερο Αττίλα, τον Αύγουστο του ’74, η τουρκική μειονότητα του 18% είχε στα χέρια της την κατοχή του 38% του νησιού. Οι Έλληνες Κύπριοι νεκροί ανέρχονται σε 4.000 με 1.619 αγνοούμενους. Τραγικός ο απολογισμός. Περίπου 200.000 είναι οι ξεριζωμένοι από τα σπίτια τους μέχρι σήμερα.

«Θέλαμε να πολεμήσουμε και μας έστειλαν για ύπνο»

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΕΝ ΑΠΟΣΤΡΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ (ΛΟΧΑΓΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΤΟ 1974) AΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΔΙΧΑΣΜΟΥ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

stamatisΤο «Καρφί» αποκαλύπτει το παρασκήνιο της φράσης «Κύριοι, πάτε για ύπνο», που είπε το βράδυ της παραμονής της εισβολής του Αττίλα στην Κύπρο αξιωματικός της χούντας, μέσα στο Γενικό Επιτελείο, όταν οι διοικητές ζητούσαν να πολεμήσουν τους Τούρκους! Μάρτυρας ο εν αποστρατεία σήμερα στρατηγός Ελευθέριος Σταμάτης (λοχαγός τότε στην 31 Μοίρα του Λόχου Ορεινών Καταδρομών της Εθνικής Φρουράς) συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου, που άκουσε την προδοτική προτροπή!

Σήμερα, ύστερα από σαράντα χρόνια,  ο κ. Σταμάτης φωτίζει το κλίμα διχασμού πριν την  15η Ιουλίου: «Βρεθήκαμε σε εμφύλιο πόλεμο χωρίς να το θέλουμε. Λίγο πριν γίνει το πραξικόπημα, οι στρατιώτες ανησυχούσαν και οι Κύπριοι μας χρέωναν ότι δεν κάνει κάτι η Ελλάδα, για να φύγει ο «Παπακαίσαρας», όπως έλεγαν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Δεν ήξεραν και ρωτούσαν για το αν τελικώς θα διαλυθεί η Εθνοφρουρά και τι θα γίνει έπειτα από την επιστολή που είχε στείλει ο Μακάριος στον χουντικό Γκιζίκη, τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Η επιστολή διαμήνυε τη διάλυση της μισής Εθνικής Φρουράς και την επιστροφή-απόλυση πίσω των Ελλαδιτών καταδρομέων και αξιωματικών. Θα συνεχίσει να υπάρχει στρατός στην Κύπρο ή όχι; Τι τελικώς θα συμβεί; Έβραζε το κλίμα εντός της μονάδος. Τότε ο Διοικητής Καταδρομών της Κύπρου συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, δύο μέρες πριν από το πραξικόπημα, συγκέντρωσε τους Ελλαδίτες αξιωματικούς και μας εξήγησε την κατάσταση και την ανησυχία του. Μας είπε λοιπόν, ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει και επομένως πρέπει να απομακρυνθεί ο Μακάριος διά της βίας και ό,τι είναι να γίνει θα λάβει χώρα πριν τις 20 Ιουλίου που είχε οριστεί η μέρα εφαρμογής της εντολής της διάλυσης της Εθνοφρουράς. Αλλιώς θα χάνονταν 20 χρόνια αγώνα και θα εκτιθέμεθα αμυντικά στους Τούρκους. Η κατάσταση θα ήταν τότε πολύ χειρότερη. Και μάλιστα μας ξεκαθάρισε ότι είχε οριστεί κανονική στρατιωτική επιχείρηση διαταχθείσα από την Ελλάδα. Αυτά μέχρι τη 13η Ιουλίου».

«ΑΛΛΗΛΟΣΑΚΑΤΕΥΤΗΚΑΜΕ»

Τα συναισθήματα που υπήρχαν έπειτα από την αναγγελία του επικείμενου πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου μένουν ανεξίτηλα έως τώρα, όπως μας διηγείται ο στρατηγός. «Μεγάλη αγωνία είχα από το προηγούμενο βράδυ, ακόμα, πριν ξημερώσει η 15η Ιουλίου έως και την τελευταία στιγμή. Είχα μεγάλες αμφιβολίες για το σχέδιο που μας κοινοποιήθηκε και όριζε πώς θα δράσουμε χωρίς αντίσταση, θα αντιμετωπίζαμε τους αστυνομικούς της Κύπρου σαν να ήταν πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Η κυπριακή αστυνομία ήταν καλύτερα εξοπλισμένη από εμάς και περισσότερο φανατισμένη στο πλευρό του Μακάριου, ως όφειλε. Τελευταία στιγμή ήλπιζα μήπως και τους φωτίσει ο Θεός και  δεν γίνει το μοιραίο. Τελικά, όμως, δεν αποφεύχθηκε. Πολέμαγα να πείσω τον εαυτό μου ότι πρέπει να έχω εμπιστοσύνη στην ηγεσία μου.  Σκεφτόμουν, τι θα πει ο κόσμος; Τι θα κάνουν οι Μεγάλες Δυνάμεις; Πώς θα μας αντιμετωπίσουν οι αστυνομικοί; Θα παραδοθούν να γλιτώσουν αυτοί, να γλιτώσουμε και εμείς; Ήταν αμφίρροπο το αποτέλεσμα. Και η προετοιμασία παιδαριώδης, χωρίς κράνη και υγειονομική κάλυψη! Δυστυχώς, οι φόβοι μου βγήκαν αληθινοί και αντί να τους αιφνιδιάσουμε εμείς που κάναμε την επίθεση, μας αιφνιδίασαν οι Κύπριοι αστυνομικοί. Αλληλοσακατευτήκαμε. Μάλιστα, στο πραξικόπημα υπήρξε τόση ένταση πυρών που η μονάδα μου μόνο έχασε 9 καταδρομείς, ενώ στην εισβολή 6. Και ας ήμασταν κατά την εισβολή στην πρώτη γραμμή».

«ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΟΤΖΑΚΑΓΙΑ»

Η επιχείρηση της 31ης Μοίρας Καταδρομών στο τουρκοκρατούμενο ύψωμα του Κοτζάκαγια και η μείζονος σημασίας κατάληψή του, όπου ο στρατηγός Σταμάτης ήταν  επικεφαλής του λόχου, στέφθηκε με επιτυχία. «Το Κοτζάκαγια ήταν μία μεγάλη και επιτυχής επιχείρηση. Μάλιστα, αποτελεί τη μοναδική επιτυχημένη καταδρομική επιχείρηση, μετά από αυτές του 1946-1949 στον Γράμμο και στο Βίτσι. Αν και κατά τη γνώμη μου, έπρεπε να πέσουμε πάνω στο γεφύρωμα και να μην τρέχουμε πάνω στα βουνά. Η 31η Μοίρα είχε κάνει πολύ καλή προετοιμασία και είχαμε μελετήσει το σχέδιο. Ήταν υποδειγματική επιχείρηση. Για να είμαι ειλικρινής, αισθάνομαι και κάποιες τύψεις για τους Τούρκους, γιατί τους καημένους τους πιάσαμε στον ύπνο και δεν έμεινε ούτε δείγμα. Και αυτό, δυστυχώς, δεν είναι ό,τι καλύτερο, αλλά ίσχυε το «ο θάνατός σου η ζωή μου». Έτσι είναι ο πόλεμος. Υπήρχαν και περιπτώσεις, όχι σε μένα,  που ο Τούρκος παρακαλούσε για τη ζωή του και ο Έλληνας στρατιώτης τον άφησε και έζησε».

ΜΑΣ ΕΝΕΠΛΕΞΑΝ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ

Το επίπεδο των ευθυνών για την τραγική κατάληξη της Κύπρου είναι πολλαπλό. «Όταν βλέπαμε την ολιγωρία της ελληνικής ηγεσίας, πίστευα, επειδή ήμουν καλοπροαίρετος, ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται και αύριο θα ξεκινήσει. Αυτό έλεγα και στους στρατιώτες μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω κάτι άλλο και δεν ήθελα. Κοιτάζαμε στον ουρανό μήπως και φανεί κάποιο αεροπλάνο. Η ανησυχία και η αγανάκτηση για το πότε θα σταλεί βοήθεια ήταν έντονη στους καταδρομείς. «Λοχαγέ, που είναι τα Phantom και τα υποβρύχια;» με ρωτούσαν. Τελικά, δεν ήρθαν ποτέ και βράσαμε στο ζουμί μας. Και γι’ αυτό οι αξιωματικοί που υπηρέτησαν στην Κύπρο και εγώ αισθανόμαστε ότι η πατρίδα και μας ενέπλεξε σε εμφύλιο πόλεμο-πραξικόπημα και σκοτώσαμε τον Κύπριο αδελφό μας και στο τέλος μας παράτησε στις ορέξεις της Τουρκίας».

«ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΚΑΤΙ»

Σε ερώτηση για το αν ο στρατηγός εν αποστρατεία θεωρεί τον εαυτό του έρμαιο-παιχνίδι στα χέρια άλλων τότε και ότι τον χρησιμοποίησαν ως πειθήνιο αξιωματικό σε ένα πολιτικό παιχνίδι, απαντά: «Ασφαλώς, ακόμη δεν έχω απαντήσει στον εαυτό μου τι άλλο θα μπορούσα να κάνω τότε. Αλλά έχω καταλήξει στο ότι δυστυχώς δεν μπορούσα να αλλάξω κάτι. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν υπολοχαγό, λοχαγό, αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων να πει ότι δεν συμμορφώνεται σε μία εντολή, η οποία ξεκινά από το αρχηγείο. Για άλλο λόγο πήγα στην αρχή στην Κύπρο τότε, να συνεργαστώ με ό,τι δυνάμεις υπήρχαν στην Κύπρο και την αστυνομία, να αντιμετωπίσουμε τον εχθρό, την  Τουρκία και όχι για να κάνω αυτή τη δουλειά. Αισθάνθηκα ότι χρησιμοποιήθηκα, αλλά είχε εκτραχυνθεί τόσο η κατάσταση που δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Άλλοι, μάλιστα,  ήταν τόσο ενθουσιώδεις που πίστευαν ότι μόλις απομακρυνθεί ο Μακάριος θα επιτευχθεί η ένωση με την Ελλάδα. Άλλωστε το σύνθημα που κυκλοφορούσε ήταν ‘Ελλάς – Κύπρος – Ένωση’».

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ»

Όσον αφορά τις πιο δυνατές στιγμές που χαράχθηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη του, μας περιγράφει: «Οι πιο συγκλονιστικές, όμως, στιγμές είναι αυτή της εισβολής και της εκστρατείας στο Κοτζάκαγια, η 22α Ιουλίου και η 14η Αυγούστου με τον βομβαρδισμό με βόμβες ναπάλμ από τα αεροπλάνα των Τούρκων που ήθελαν να ξεκάνουν την 31η Μοίρα Καταδρομών».

Καταλήγοντας σε μία γενική αποτίμηση των ανθρώπινων ζωών που χάθηκαν για την πατρίδα τους, ο κ. Σταμάτης με ηρωικό σθένος αποκρίνεται:  «Μόνο και μόνο που προσπαθήσαμε να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας (Κύπρο) άξιζε ο αγώνας και οι θυσίες στο πεδίο της μάχης έναντι του Τούρκου. Ο Τούρκος θα το σκεφτεί να ξαναδοκιμάσει να πάθει άλλο ένα Κοτζάκαγια ή ένα Πυρόι. Έστω και έτσι άξιζε τον κόπο. Ήμασταν ορκισμένοι στο καθήκον και αυτό εκτελέσαμε».

«ΕΠΡΕΠΕ ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΝ…»

Ως προς την κριτική των υπευθύνων της κυπριακής τραγωδίας, ο κ. Σταμάτης είναι κάθετος και όπως λέει: «Αλίμονο αν δεν έχω το θάρρος της γνώμης μου. Οι αρχηγοί του πραξικοπήματος έπρεπε να τιμωρηθούν. Όποιος είχε λάβει μέρος στον σχεδιασμό, ο καθοδηγητής και όποιος άλλος, έπρεπε να λογοδοτήσει. Και δυστυχώς δεν λογοδότησε κανένας».

Για το χρονικό της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, μας περιγράφει ο κ. Σταμάτης: «Μεταξύ των λόχων υπήρχε έντονη ανησυχία και συζήτηση για επικείμενη επίθεση από τους Τούρκους, καθώς ήμασταν ακάλυπτοι από πλευράς αντιαεροπορικής αμύνης. Ακόμα, λόγω της υφιστάμενης κατάστασης της χούντας στην Ελλάδα, τα γραφεία πληροφοριών δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους και ασχολούνταν με άλλα πολιτικά ζητήματα. Δεν γνωρίζαμε τι εκπαιδεύσεις και μέσα είχαν οι Τουρκοκύπριοι. Με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστούμε και σε αυτόν τον τομέα».

 

Η ΦΡΑΣΗ «ΚΛΕΙΔΙ», ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΜΠΗΚΕ ΜΕΣΑ

Για τη φοβερή φράση «Κύριοι, πάτε για ύπνο» που ο κ. Σταμάτης τη χρησιμοποίησε και για τίτλο του βιβλίου που έγραψε και εξιστορεί τα γεγονότα του 1974, λέει: «Έχει λεχθεί πραγματικά αυτή η φράση και είναι το κλειδί με το οποίο η Τουρκία άνοιξε την πόρτα της Κύπρου και μπήκε μέσα. Ήταν 19 Ιουλίου και από το απόγευμα οι πολίτες της Λευκωσίας έφευγαν στο δρόμο, καθώς υπήρχε έντονη φημολογία ότι ο τουρκικός στόλος είναι έξω από την Κερύνεια. Εμένα, τότε, η μονάδα μου είχε καταλάβει το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς και τα φύλαγε από επιθέσεις Ελληνοκυπρίων αντιστασιακών. Το βράδυ πριν από τα μεσάνυχτα βρέθηκα στο ΓΕΕΦ έξω από το γραφείο επιχειρήσεων. Πήγα να δω τι γίνεται. Οι πολίτες έφευγαν και εμείς δεν κάναμε τίποτα για να πάμε στις θέσεις που έπρεπε να είμαστε βάσει σχεδίου. Βρεθήκαμε 15 αξιωματικοί άγνωστοι μεταξύ μας, που είχαμε όλοι την ίδια ανησυχία. Ζητούσαμε να βγει κάποιος επιτελής από το ΓΕΕΦ να μας πει τι κάνουμε. Γιατί δεν βγαίνουν οι μονάδες έξω;  Δηλαδή αντί το ΓΕΕΦ να κυνηγάει εμάς να φύγουμε, εμείς πήγαμε και φωνάζαμε να μας διατάξει το ΓΕΕΦ για να φύγουμε! Τότε, λοιπόν, υπήρξε ένας αλαλαγμός, μία απειθαρχία στην ουσία. Βγήκε κάποιος επιτελής έξω που μετέφερε την εντολή της ηγεσίας και μας είπε: ‘Κύριοι, μην ανησυχείτε. Δεν τρέχει τίποτα. Μας διαβεβαίωσαν από πάνω ότι οι Τούρκοι κάνουν απλή επίδειξη δυνάμεων’».

 

ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΤΟΥΣΑΜΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

«Κάποιος αντισυνταγματάρχης από κάτω του λέει: ‘Μας πώς το λέτε αυτό; Με τι δεδομένα;’ και ο ανώτερος απαντά: ‘Μας διαβεβαίωσε ο Ζόζεφ Σίσκο (απεσταλμένος υφυπουργός Εξωτερικών της Αμερικής) ότι οι Τούρκοι κάνουν επίδειξη και δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Κύριοι, πάτε για ύπνο!’ Είπαμε και εμείς ότι κάτι ξέρουν παραπάνω από εμάς και πήγαμε για ύπνο. Και μας ξύπνησαν το πρωί τα τουρκικά αεροπλάνα! Και ακόμα τρέχουμε. Αυτή η φράση μου έμεινε στο μυαλό μου και την έχω δει στον ύπνο μου δεν ξέρω πόσες φορές. Εάν μας έλεγε οτιδήποτε άλλο ο ταγματάρχης, εκτός από αυτό, η κατάσταση στην Κύπρο θα ήταν διαφορετική. Εάν μας έλεγαν το λογικό και οι μονάδες πήγαιναν το βράδυ έξω στις παραλίες, θα γίνονταν δύο πράγματα: ή η Τουρκία δεν θα δοκίμαζε να κάνει απόβαση το πιθανότερο ή θα δοκίμαζε και θα πάθαινε τέτοια ζημιά που θα ησύχαζε η Ελλάδα για δεκαετίες. Το υπογράφω και με τέσσερα χέρια. Και αυτό αποδεικνύεται και από το ότι στις 22 Ιουλίου η Τουρκία ήταν στα όριά της, δεν άντεχε άλλο. Αν είχαμε μία ακόμα δυνατή μονάδα υποστήριξης θα τους πετούσαμε στη θάλασσα. Αλλά με την εκεχειρία και τη συστηματική παραβίασή της εκ μέρους τους κέρδισαν πολύτιμο χρόνο μεταφέροντας όλες τις δυνάμεις. Άλλο μεγάλο λάθος της κυβέρνησης. Δεν υπάρχει άλλος στρατός στην παγκόσμια ιστορία που να κατελήφθη κοιμώμενος. Γιατί, ορέ ένστολα ανδρείκελα, προκαλέσατε τέτοια ζημιά στον Ελληνισμό;».

«Η ΗΤΤΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΗΤΑΝ ΚΑΘΑΡΑ  ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ»

Για τις σχέσεις πολιτικής και φυσικής ηγεσίας μας, ο κ. Σταμάτης τονίζει: «Δεν είναι εύκολο ένας διοικητής μονάδος ή ακόμα και της Κύπρου να κάνει του κεφαλιού του. Αλλά μην ψάχνουμε να βρούμε κάτι σε μία πολιτική ηγεσία που δεν υπήρχε! Δεχόταν εντολές από μία στρατιωτική ηγεσία και αυτή με τη σειρά της από έναν ταξίαρχο, τον Ιωαννίδη. Η στρατιωτική ηγεσία ξεφτιλίστηκε.  Οι άνθρωποι ήταν ανίκανοι».

Για το θέμα της «προδοσίας» από τους Ελλαδίτες πολιτικούς προς τους Κυπρίους ξεκαθαρίζει: «Δεν θεωρώ ότι υπήρξε εγκληματική προδοσία της Ελλάδας προς την Κύπρο, γιατί είναι πολύ βαριά λέξη. Σημαίνει ότι κάποιος ενσυνειδήτως παρέδωσε έστω και μια σπιθαμή εθνικού εδάφους. Από εκεί και πέρα, αν ολιγώρησε, αν κιότεψε, αν ήταν ηλίθιος ή κάτι άλλο δεν θα το πω προδοσία, αν και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η ήττα της Ελλάδος στην Κύπρο ήταν καθαρά στρατιωτική. Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν ο στρατός έκανε καθαρά τη δουλειά του στην Κύπρο και δεν λειτουργούσε ως όργανο των οποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. Τότε η κατάσταση θα ήταν διαφορετική».

Τα σχόλια είναι κλειστά.