Ειδησεογραφικό site

Πως το όνειρο του Έλληνα για σπίτι έγινε… εφιάλτης!

402

Tης Πέννυς Κροντηρά

Μια ελληνική παροιμία που λέει ο λαός μας είναι: «αν δεν χτίσεις και δεν παντρέψεις δεν ξέρεις τι είναι ζωή!». Η συμβουλή των γονιών και των παππούδων μας ήταν να φροντίσουμε πάντα να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας. Εν μέσω κρίσης, όμως, ο Έλληνας κινδύνευσε όχι μόνο να του πάρουν το σπίτι αλλά να μείνει στον δρόμο. Το «Κ»… εισβάλλει στο σπίτι του Έλληνα, ερευνώντας κατά πόσο ανοίγουν οι οικογένειες το δικό τους σπίτι και ποιές παροχές που άλλοτε ήταν δεδομένες για την Ελληνίδα νοικοκυρά, τώρα αποτελούν είδος πολυτελείας.

Κατέρρευσε η έννοια της πολυκατοικίας

Ο πολιτικός μηχανικός, κ. Γιάννης Τσάκαλης που δραστηριοποιείται στη μελέτη και κατασκευή ιδιωτικών έργων στην Αθήνα και τη Δημητσάνα-Αρκαδίας μιλάει στο «Κ» για το πως η κρίση επηρέασε την ανέγερση νέων σπιτιών. «Έχω αναπλάσει πολλά κτίρια στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Η έννοια της πολυκατοικίας, όπως είχε διαμορφωθεί από τους κατασκευαστές έχει σήμερα καταρρεύσει. Για να υλοποιηθεί μια πολυκατοικία, η οποία θα προωθηθεί στην αγορά προς πώληση, θα πρέπει να πληροί ταυτόχρονα τις αρχιτεκτονικές απαιτήσεις της αγοράς, αλλά και τις ενεργειακές της νομοθεσίας. Σήμερα κατασκευάζονται ελάχιστες πολυκατοικίες, διότι δεν έχουν σταθεροποιηθεί οι τιμές της αγοράς, οπότε ο επενδυτής – κατασκευαστής έχει ανασφάλεια αναφορικά με την απόδοση κεφαλαίου που θα χρειαστεί να διαθέσει».

Παρά τις δύσκολες οικονομικά συγκυρίες ο Έλληνας προτιμά να είναι ιδιοκτήτης παρά ενοικιαστής του ακινήτου που διαμένει, μας εξηγεί ο κ. Τσάκαλης. «Προ κρίσης λόγω του εύκολου δανεισμού ο πελάτης είχε απαιτήσεις από την κατοικία (κύρια και μη) που δεν ανταποκρίνονταν στις δυνατότητές του. Η φορολόγηση του ακινήτου από το Ελληνικό Κράτος και η μείωση του οικογενειακού εισοδήματος έφερε αλλαγή στις ανωτέρω απαιτήσεις, επιστρέψαμε στις προ κρίσης επιλογές με διαμερίσματα μέσης επιφανείας 100-120 τ.μ. ενώ μειώθηκε η ζήτηση στις “σπάταλες” μονοκατοικίες.»

Οι τιμές υλικών και εργασίας δεν έχουν μεταβληθεί ιδιαίτερα. « Η σωστή κατασκευή έχει το αντίστοιχο αντίτιμο. Προϋπόθεση αποτελεί η εκτενής έρευνα. Η κρίση έχει επηρεάσει έντονα τον κλάδο και κυρίως τους συναδέλφους που είχαν απορροφηθεί σε εταιρείες Δημοσίων Έργων ή σε κατασκευαστικές με δραστηριότητα την ανάπτυξη ακινήτων. Προσωπικά, πάντα προσπαθούσα να κάνω διασπορά κινδύνου και αυτό επιτεύχθηκε με δραστηριότητες σε διαφορετικά μέρη και με πολύπλευρο αντικείμενο. Θεωρώ ότι αυτό με βοήθησε πολύ.»

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΜΕ 6.000-8.000 ΕΥΡΩ

Πολλά είναι τα μεσιτικά γραφεία που δεν άντεξαν στην κρίση και έκλεισαν. Η κ. Αντιόπη Ζαφειρέλλη, είναι μεσίτρια αστικών συμβάσεων εδώ και 20 χρόνια και δραστηριοποιείται στο τομέα, κυρίως των νοτίων προαστίων. «Οι ιδιοκτήτες ακινήτων είδαν μέσα από την κρίση όχι μόνο τις τιμές της ακίνητης περιουσίας τους να κατρακυλούν και να απαξιώνονται, αλλά και την άνιση αύξηση των φόρων για τη διατήρηση τους (από την αρχή της κρίσης έχει καταγραφεί μείωση των τιμών κατά 35 % μέσο όρο). Λίγοι Έλληνες πλέον έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν σπίτι, κάνοντας όμως και τα απαραίτητα «παζάρια». Οι ενοικιαστές ή οι ενδιαφερόμενοι για αγορά που έχουν μια καλύτερη οικονομική άνεση προτιμούν διαμερίσματα με αρκετά πλεονεκτήματα και όσο το δυνατόν χαμηλότερη τιμή. Η κρίση έχει οδηγήσει παλιές κατοικίες να πωλούνται περίπου στα 6.000 με 8.000 ευρώ. Στα νεόδμητα η πτώση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στα μεταχειρισμένα.»

ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΞΕΦΟΡΤΩΘΟΥΝ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ

Τα ποσοστά πληρωμής των μεσιτών είναι ανάλογα της πτώσης τιμών που αντιμετωπίζει η αγορά, μας δηλώνει η κ. Ζαφειρέλλη. «Η αμοιβή του μεσίτη συνήθως στις τιμές της αγοραπωλησίας είναι 2% από την μεριά του αγοραστή και 2% από την μεριά του ιδιοκτήτη και αφορά την εμπορική αξία των ακινήτων. Στα ενοίκια η αμοιβή ορίζεται στο ένα ενοίκιο από τον μισθωτή και ένα από τον εκμισθωτή (αν και λόγω κρίσης πολλοί μεσίτες περιορίζονται στο μισό ενοίκιο). Ο αριθμός των απούλητων σπιτιών είναι σχεδόν στα 200.000-250.000 όπως και το ποσοστό των ανοίκιαστων διαμερισμάτων έχει αυξηθεί στο 40%».

Οι Έλληνες δεν επιθυμούν σήμερα να περιέλθουν στην κατοχή τους σπίτια από κληρονομιές καθώς το φορολογικό σύστημα είναι καταπέλτης. «Η νοοτροπία των πολιτών, πιστεύω ότι έχει αναθεωρηθεί, γιατί οι περισσότεροι ιδιοκτήτες πλέον θέλουν να ξεφορτωθούν τα ακίνητα που δεν μπορούν να νοικιάσουν, εξαιτίας της επιβάρυνσης αλλά και της βαρύτητας που διαθέτει ο φόρος ιδιοκτησίας (ΕΝΦΙΑ). Οι περισσότεροι Έλληνες πια έχουν περιοριστεί στα τετραγωνικά μέτρα λόγω ενοικίου. Το πιο περίεργο που μου έχει ζητηθεί από απεγνωσμένο ιδιοκτήτη ήταν να του βρω ενοικιαστή που το μόνο που θα πληρώνει θα είναι το ΕΝΦΙΑ , η ΔΕΗ , η ΕΥΔΑΠ και τα κοινόχρηστα.»

Η κρίση κατέβασε τον πήχη των απαιτήσεων

Η αισθητική και η λειτουργική διαμόρφωση του σπιτιού πάντα απασχολούσε τις γυναίκες. Εν μέσω κρίσης, όμως, η Ελληνίδα νοικοκυρά αναγκάστηκε να μετριάσει τις υψηλές απαιτήσεις της. Η κ. Ζοζεφίν Μυράτ, διακοσμήτρια χώρων με σπουδές στην εσωτερική διακόσμηση και στον βιομηχανικό σχεδιασμό επίπλου, μας εξηγεί πως επηρέασε η κρίση τον κλάδο της και την αισθητική του Έλληνα. «Σίγουρα η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει την δουλειά όλων μας. Πόσο μάλλον ενός επαγγέλματος που στη χώρα μας πάντα το θεωρούσαν ότι είναι για λίγους εκλεκτούς και όχι τόσο απαραίτητο. Πιστεύω πως όλοι μας θέλουμε να ζούμε σε όμορφα διαμορφωμένους χώρους που μας αντιπροσωπεύουν . Η κρίση κατέβασε τον πήχη των απαιτήσεων, τόσο των πελατών όσο και των επαγγελματιών του είδους. Τα πράγματα έρχονται σιγά- σιγά στις σωστές διαστάσεις και μέτρα που είχαμε χάσει τα προηγούμενα χρόνια.»

Πολλοί αναρωτιούνται για το κόστος ενός διακοσμητή. «Η πληρωμή ενός διακοσμητή εξαρτάται από την εργασία που θα κληθεί να αναλάβει κάθε φορά. Μπορεί απλά να συμβουλέψει για τη σωστή διαρρύθμιση ενός χώρου, να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ανακαίνιση και βελτίωση μιας υπάρχουσας κατάστασης που είναι και το ποιο συχνό στις ημέρες μας, ή απλά να κληθεί να αλλάξει χρώματα,υφάσματα, να τοποθετήσει διαφορετικά έπιπλα και αντικείμενα και μαζί με κάποιες μικρές προσθήκες, που ίσως χρειαστούν, να αλλάξει ριζικά τον χώρο. Οι τιμές ξεκινούν από 50 ευρώ για κάτι πολύ απλό και ανεβαίνουμε ανάλογα την περίπτωση και μετά από συνεννόηση με τον πελάτη για το τι είδους συνεργασία θέλει να έχει.»

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΙΔΙΑ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ… ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Αυτό που έχει αλλάξει στους Έλληνες μετά την κρίση είναι η ψυχολογία, μας εξηγεί η κ. Μυράτ. «Δεν έχουν την ίδια διάθεση να καταναλώσουν, όπως παλιά. Είναι πολύ συγκρατημένοι και αρκούνται στα απολύτως απαραίτητα. Ψάχνουν πάρα πολύ και συγκρίνουν τιμές, ώστε να καταλήξουν στις πλέον οικονομικές λύσεις. Αξίζει να τονίσουμε, ότι τα τετραγωνικά ενός σπιτιού δε είναι ανάλογα της διακόσμησης του χώρου, καθώς ένα διαμέρισμα μπορεί να είναι καλόγουστο, ζεστό και λειτουργικό, αρκεί να έχει κανείς εκμεταλλευτεί σωστά τους χώρους. Πλέον, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας γίνονται πολλές ανακαινίσεις σε παλιά διαμερίσματα, γιατί δεν χτίζονται πολλά καινούργια, οπότε ξεκινάμε τις αλλαγές από την κουζίνα και το καθιστικό που συνήθως ενοποιούμε με έξυπνο τρόπο, για να φαίνεται το σπίτι μεγαλύτερο και να κερδίζουμε χώρο.»

Ο ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΗΣ ΣΕ ΓΛΙΤΩΝΕΙ ΑΠΟ ΛΑΘΗ

Αυτό που προτείνει στους αναγνώστες της εφημερίδας μας η κ. Μυράτ είναι: «Η συμβουλή μου στους αναγνώστες σας είναι ότι η βοήθεια ενός διακοσμητή που τον έχουν διαλέξει με προσοχή θα τους γλιτώσει από πολλά λάθη, που μπορεί να τους κοστίσουν πολύ πιο ακριβά σε σχέση με την αμοιβή του. Άλλωστε είναι αυτός που θα σας οδηγήσει στα “σωστά μέρη” με βάση τον προϋπολογισμό σας. Προσωπικά, ειδικά για τους αναγνώστες σας, θα ήθελα να κάνω ένα δώρο και να προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε ότι χρειαστούν σε πολύ ειδικές τιμές (πληροφορίες στο email [email protected]  και στο facebook στην σελίδα InteriorDesignforALL)».

ΕΠΕΣΕ ΚΑΤΑ 60% Η ΔΟΥΛΕΙΑ, ΠΑΛΙΑ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΑΜΕ

Οικιακή βοηθό στη δεκαετία του 1990 επέλεγαν να έχουν κυρίως οι αστικές οικογένειες της Αθήνας. Στις αρχές του 2000, όμως, έφτασαν σχεδόν όλα τα σπίτια να έχουν και από μία, που εργαζόταν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Η Σόνια Μεντάροβα ήρθε από τη Βουλγαρία στην Αθήνα, το 2001 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός και να χτίσει μια καλύτερη ζωή για αυτή και τα παιδιά της. «Τα πρώτα χρόνια δούλευα κάθε μέρα σε διάφορα σπίτια και κατά μέσο όρο πήγαινα στο καθένα 2 φορές την εβδομάδα. Πρόλαβα και έζησα και τη δραχμή, με μεροκάματο τότε 10.000 δρχ το εξάωρο. Όταν περάσαμε στο ευρώ οι τιμές έφτασαν στα πέντε ευρώ την ώρα και σταδιακά στα 7 ευρώ.»

Όταν ξεκίνησε η κρίση τα πράγματα άλλαξαν, μας λέει η κ. Μεντάροβα. «Από δύο φορές την εβδομάδα που πήγαινα σε κάποια σπίτια μειώθηκε σε μία φορά την βδομάδα, ενώ σε άλλα μόλις στις 2 φορές το μήνα. Πολλές κυρίες σταμάτησαν τελείως να παίρνουν οικιακή βοηθό και κάνουν τις δουλειές του σπιτιού μόνες τους. Μάλιστα, μου έλεγαν ότι δεν τα βγάζουν πέρα και δεν μπορούν να με πληρώσουν, γιατί δυσκολεύονται. Έχει τύχει να πάω να καθαρίσω ένα σπίτι και στο τέλος να μου πουν ότι θα σε πληρώσουμε την επόμενη φορά, γιατί τώρα δεν έχουν χρήματα. Βέβαια, εγώ ήμουν τυχερή γιατί όντως μετά με πλήρωσαν, ενώ άλλες γνωστές μου δεν τις κάλεσαν ποτέ ξανά και έχασαν τα χρήματά τους. Κατέβηκαν, λοιπόν, οι τιμές ανά ώρα στα 4 ευρώ και ξεκίνησαν οι νοικοκυρές τα παζάρια. Η δουλειά μας μέσα στην κρίση έπεσε κατά 60%.»

ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Από τη δικιά της σκοπιά τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. «Η αλήθεια είναι ότι έχω σκεφτεί να γυρίσω στην πατρίδα μου και έχω αρκετούς γνωστούς που έχουν επιστρέψει, αλλά στη Βουλγαρία η κατάσταση είναι χειρότερη από εδώ. Οπότε προτιμώ να μείνω στην Ελλάδα και να συνεχίσω τον αγώνα. Μόνο η ψυχή έμεινε να μας πάρουν, χρήματα δεν υπάρχουν πλέον.»

Ευγνώμων για τα χρόνια και τη ζωή που έχει στην Ελλάδα η κ. Μεντάροβα στέλνει το δικό της μήνυμα στους Έλληνες πολίτες και στη χώρα που της έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία για καλύτερη ζωή: «Εύχομαι σε όλους τους Έλληνες να έχουν υπομονή και κουράγιο. Ο ελληνικός λαός είναι δυνατός και παλικάρι, το έχει αποδείξει στην ανθρωπότητα. Οι καλύτερες μέρες θα έρθουν».

Πλέον ζω σε ρυθμούς εξαθλίωσης

Στην Ελλάδα της κρίσης μειώθηκε κατά 80% η ζήτηση μικροτεχνιτών που κάνουν διάφορα μερεμέτια στα σπίτια, όπως οι βαφείς. Ο Λεονάρδος Λάλος εργάζεται ως βαφέας σε διάφορα σπίτια. Αυτή τη στιγμή έχει φτάσει στο σημείο να είναι άνεργος και να πρέπει να συντηρεί την οικογένειά του. «Πριν την κρίση είχα πάρα πολύ δουλειά. Ο κόσμος σε φώναζε συνέχεια για μικροδουλειές και βαψίματα. Τώρα ζήτημα είναι να δουλέψω μία φορά την εβδομάδα, από τις έξι μέρες που εργαζόμουν πριν την κρίση. Πλέον, ζω σε ρυθμούς εξαθλίωσης. Οι πελάτες σήμερα σε παίρνουν αρχικά τηλέφωνο και ζητούν να τους κάνω μια καλύτερη τιμή ή να την στρογγυλέψουμε. Ακόμα, μου προτείνουν να πάρουν αυτοί τα υλικά και να μου πληρώσουν μόνο το μεροκάματο. Στο τέλος επιλέγουν την πιο φθηνή λύση και ας είναι της πλάκας. Κάποιοι προτιμούν να ρισκάρουν να βάψουν μόνοι τους το σπίτι. Έχω ένα φίλο που έχει δεκαεφτά σπίτια και τα δέκα είναι ξενοίκιαστα. Όταν, λοιπόν, πάει κάποιος ενοικιαστής να τα δει, αμέσως φεύγει, γιατί είναι όπως τα άφησε ο προηγούμενος, χωρίς να έχουν γίνει μερεμέτια ή επιδιορθώσεις και βαψίματα. Η τιμή του μεροκάματου έχει πέσει στα 25-30 ευρώ από τα 60-70 που ήταν παλιά.»

Η κρίση άλλαξε την ζωή όλων, μας αναφέρει. «Πλέον, δεν κάνω όνειρα για το μέλλον, σκέφτομαι μόνο το σήμερα και το αύριο. Νιώθω καθημερινά άγχος και ανασφάλεια. Χωρίς να το επιθυμείς κλείνεσαι στον εαυτό σου, ειδικά όταν έχεις μάθει να δουλεύεις πολύ και ξαφνικά πρέπει να κάθεσαι. Ο Έλληνας, πλέον, κοιτάει να επιβιώσει και όλα τα υπόλοιπα τα βάζει σε δεύτερη επιλογή».

Τα σχόλια είναι κλειστά.