Ειδησεογραφικό site

Ο πόλεμος των αγωγών και η Ελλάδα

40

Του Κωνσταντίνου Κύπριου

Η προσπάθεια θεσμοθέτησης της Ελλάδος ως ενεργειακού κόμβου, ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, με σκοπό την υλοποίηση του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, ή κατά άλλους του αγωγού Μπούργκας – Πόρτο Λάγους, της μικρής κωμόπολης, μεταξύ του Θρακικού Πελάγους και της Λίμνης Βιστωνίδος. Το έργο καρκινοβατεί όμως από τότε με διάφορες προφάσεις, που συμπεριλαμβάνουν από οικολογικές ανησυχίες έως και το γνωστό ανύπαρκτο σκάνδαλο του Βατοπαιδίου. Το όλο θέμα, σχετικά με την μη υλοποίηση του έργου έχει εναποθέτει στις αντιδράσεις των ΗΠΑ, σχετικά με το ρωσικής προέλευσης πετρέλαιο, αλλά στην πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Για την ακρίβεια, όπως  συμβαίνει στις περιπτώσεις που εμπλέκονται μεγάλες δυνάμεις και μεγάλα συμφέροντα είναι πολυδιάστατο. Η μία ευρέως γνωστή διάσταση στο ελληνικό κοινό, είναι αυτή που αναφέρθηκε άνωθεν. Μία άλλη πλευρά του θέματος είναι φυσικά η οικονομική διάσταση. Μεγάλες εταιρίες, γνωστές και ως τραστ, ανταγωνίζονται η μία την άλλη, με αποτέλεσμα συχνά να εμπλέκουν και τις κυβερνήσεις στις οποίες εδρεύουν. Τα ωφέλει προφανή, ειδικότερα όταν το προϊόν εμπορίας είναι πετρέλαιο, και ειδικότερα για τις κυβερνήσεις που εμπλέκονται, που πέρα από τα άμεσα και έμμεσα οικονομικά οφέλη, αποκτούν και την δυνατότητα άσκησης εμέσου ελέγχου στη ροή του πετρελαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η διάσταση του θέματος που μας αφορά, έχει μια ιδιαίτερη χροιά, αυτής του ανταγωνισμού των δυνάμεων. Του ανταγωνισμού των δυνάμεων στα πλαίσια μιας ιδιαίτερης χροιάς όπως αναφέρθηκε, όπως αυτή που συνελήφθηκε ως έννοια κατά τα μέσα με τέλη του 19ου αιώνος στην Κεντρική Ασία υπό την ονομασία «Μεγάλο Παιχνίδι» προκειμένου να περιγράψει τον ανταγωνισμό μεταξύ της τότε Αυτοκρατορικής Ρωσίας και της Αυτοκρατορίας της Μεγάλης Βρετανίας. Τότε λοιπόν το Θέμα, ή «τρόπαιο» ήταν το κόσμημα, ή το «διαμάντι» του Βρετανικού αυτοκρατορικού στέμματος, όπως λεγόταν τότε, η Ινδία. Σήμερα, είναι το «διαμάντι» της σύγχρονης οικονομίας το Πετρέλαιο. Βεβαίως, το «Μεγάλο Παιχνίδι» σήμερα, έχει πολλά πεδία ανταγωνισμού, όπως την Αφρική και την Λατινική Αμερική μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, ή την Λατινική Αμερική και την Μέση Ανατολή Μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Το θέμα που μας αφορά όμως στην προκειμένη περίπτωση, ή το πεδίο διαμάχης και ανταγωνισμού, είναι αυτό της Ε.Ε., όπου οι αντιμαχόμενες πλευρές είναι η Ρωσία και οι ΗΠΑ.

Αν και στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. έχει επιτευχθεί η απεξάρτηση των εθνικών αναγκών από το πετρέλαιο σε βαθμό της τάξης του 70 με 80%, δεν παύει το συγκεκριμένο «προϊόν» να αποτελεί κύριο παράγοντα, αν όχι τον κύριο παράγοντα ενέργειας κίνησης, τουλάχιστον όσον αφορά τις πολιτικές αλλά και στρατιωτικές μετακινήσεις εκ του συνόλου τους, αέρος, εδάφους και γης. Κατ’ επέκταση ο ανταγωνισμός που έχει προκύψει όσον αφορά τις πετρελαϊκές εταιρίες και τους αγωγούς μεταφοράς τους στην Ε.Ε. στην προκειμένη περίπτωση έχει και την χροιά του εν’ μέρη ελέγχου και άσκησης επιρροής.  Αν και η δυνατότητα άσκησης ελέγχου σε έναν οργανισμό όπως είναι η Ε.Ε. εκ των προτέρων φαίνεται αδύνατον, η χροιά  αλλάζει λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον βαθμό εξάρτησης από το πετρέλαιο για την κίνηση των πολιτικών οχημάτων, αλλά ακόμα περισσότερο, των πολεμικών αεροσκαφών, στρατιωτικών οχημάτων και πολεμικών πλοίων, τα οποία ακόμα βασίζονται σήμερα σε διάφορες μορφές πετρελαίου για την κίνηση τους. Παραδείγματος χάριν, το 1944 η Ναζιστική Γερμανία, είχε 44.000 με 45.000 άρματα μάχης, ανώτερα των συμμάχων. Η τυχαία απόφαση όμως της μετατόπισης του κέντρου βάρους των συμμαχικών βομβαρδισμών από την Χιτλερική Γερμανία όπου υπήρχε υψηλό ποσοστό συμμαχικών απωλειών, στην Ρουμανία, όπου γινόταν η εξαγωγή πετρελαίου από το υπέδαφος, έδωσε την δυνατότητα στους συμμάχους να κερδίσουν τον πόλεμο, καθώς μόνο το ¼ απ’ αυτά τα άρματα μπορούσαν να κινηθούν, απλώς για να πάνε στις θέσεις τους και να χρησιμοποιηθούν ως σταθερά πυροβολεία. Επ’ αυτού, γίνεται λοιπόν αντιληπτό, το πόσο σημαντικό είναι η δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί των πετρελαϊκών εισαγωγών σε μία χώρα από μια άλλη χώρα.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν μιλάμε για την Ε.Ε., την Ρωσσία και τις ΗΠΑ. Η διαδικασία αυτή, δηλαδή, της άσκησης ελέγχου σε μία χώρα, μέσω οικονομικών παραγόντων και δυνατοτήτων, λόγου χάρη δάνεια – βλέπε Ελλάδα και IMF-, ελέγχου της ροής του πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών, αλλά και οπλικών συστημάτων όπως και ανταλλακτικών αλλά και βιομηχανικών υλικών, θεωρείτε και ονομάζεται Soft Power. Η έννοια της Soft Power, εμπίπτει ακριβώς σε αυτήν την διάσταση, δηλαδή της άσκησης εξουσίας επί ενός κράτους διαμέσου του «ειρηνικού ελέγχου» των μέσων και αναγκών, προκειμένου αυτό είτε να «εξαρτάται» από ένα άλλο κράτος, η να «βασίζεται», ή ακόμα και να «ελέγχεται» από το τελευταίο, ώστε το πρώτο είτε να δρα σύμφωνα με τη θέληση του έτερου κράτους, ή το λιγότερο να παραμένει φιλικά διακείμενο ή ουδέτερο στις διαμάχες του έτερου κράτους.

Βέβαια, οι ΗΠΑ και η Ε.Ε., θεωρούνται σύμμαχες χώρες, αλλά και η Ρωσία μέχρι πρότινος συμμετείχε στο γνωστό Partneship for Peace Programme του NATO. Αλλά η σημασία της δυνατότητας άσκησης ελέγχου και επιρροής σε αυτόν τον βαθμό, στην Ε.Ε. είτε από ΗΠΑ, είτε από Ρωσία, αποτελεί μία σημαντικότατη παράμετρο στην μεταξύ τους διαμάχη σε μία σειρά από θέματα, όπως είναι και αυτό της Ουκρανίας. Εντός του «Συγκεκριμένου Παιχνιδιού», η Ελλάδα, αποσκοπώντας στα δικά της οικονομικά οφέλη, αλλά και στην άσκηση της δικής της οικονομικής και γενικότερης Εξωτερικής και Αμυντικής πολιτικής, έχει βρεθεί εντός μιας κατάστασης παγιωμένης από τα μέσα του 1996, μεταξύ της φίλιας Ρωσίας και της «συμμάχου» ΗΠΑ, με τελευταίο παράγοντα και «σκηνικό» το περίφημο σκάνδαλο του Βατοπαιδίου. Η κατάσταση λοιπόν ξεφεύγει από τα «στενά πλαίσια» της Ελληνικής και Βαλκανικής πραγματικότητας, και περικλείει και άλλες συνισταμένες. Πράγμα που δεν χωρεί σε ένα άρθρο, και θα εξετασθεί εκτενέστερα σε άρθρο που θα ακολουθήσει.

Τα σχόλια είναι κλειστά.