Ειδησεογραφικό site

Μιχάλης Παπανικολάου στο «Καρφί»: Οι Έλληνες δεν… ξέρουν ελληνικά

333

Της Δέσποινας Καραγιαννοπούλου

«Οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν αποδείξει περίτρανα και μάλιστα πολλές φορές ότι είναι ένας λαός που ξεχνά το παρελθόν του. Αυτό σημαίνει ότι έχει πάρα πολλές πιθανότητες να το ξαναζήσει, όπως και γίνεται. Από τους σημερινούς 300 βουλευτές, οι 150 είναι αγράμματοι και οι άλλοι 150 είναι αγράμματοι κατά το ήμισυ» λέει στο «Καρφί» ο σκηνοθέτης και ποιητής Μιχάλης Παπανικολάου.  Ντόμπρος στα λόγια του και χωρίς προσωπείο, ο Μιχάλης Παπανικολάου μας μίλησε για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, για το όνειρο της Ιατρικής που άφησε μισό, για τις ομοιότητες του «παλιού» τότε και του «νέου» σήμερα,αλλά και για τα  παιδιά που είναι η ελπίδα του αύριο.

 Γεννηθήκατε στον Πύργο. Επιστρέφετε που και που στα πάτρια εδάφη;

Γεννήθηκα στον Πύργο αλλά το πατρικό μου ήταν σε ένα προάστιο στο Λάπατο. Οι γονείς μου ήταν μικροαστοί και λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα μου μοίρασα τα μαθητικά μου χρόνια σε Πύργο, Κρέσταινα, Αμαλιάδα, Αίγιο, Καλαμάτα, Πάτρα και τέλος Αθήνα όπου και εγκαταστάθηκα μόνιμα. Πια έχω χρόνια να επισκεφτώ εκείνα τα μέρη αλλά και την τελευταία φορά που τα είδα δεν μου θύμισαν τίποτα από τα παιδικά μου χρόνια που δεν ήταν και τα καλύτερα, λόγω των πολέμων που έζησα και πότισαν το πετσί και την καρδιά μου. Τότε δεν υπήρχε ώρα ειρήνης για κανένα μας και η πείνα ήταν φοβερή.

Βρίσκετε ομοιότητες σε εκείνα τα χρόνια με τα σημερινά;

Μπροστά σε αυτό που ζήσαμε τότε, το σήμερα δεν είναι τίποτα. Μιλάμε για τραγική κατάσταση με μία πολιτική κατάσταση ακόμη πιο τραγική. Η θλίψη ήταν ο σύντροφος μας και η φτώχεια μαζί με την πείνα ο δήμιός μας. Σήμερα ζούμε μία κατάσταση εξίσου δύσκολη αλλά όχι τόσο όπως τότε. Σε όποια κατάσταση και αν έχουμε βρεθεί κύριοι υπεύθυνοι είναι οι κυβερνώντες μας που οι μισοί είναι αγράμματοι και οι άλλοι μισοί είναι αγράμματοι κατά το ήμισυ. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο λαός είναι άμοιρος ευθυνών. Το αντίθετο όταν οι ίδιοι οι Έλληνες εξευτελίζουν την ελληνική γλώσσα, την οποία δεν μπορούν να μιλήσουν πάνω από 15.000.

Δεν είστε αισιόδοξος για το μέλλον της Ελλάδος;

Θα ήθελα να είμαι αισιόδοξος. Όμως, οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν αποδείξει περίτρανα –και μάλιστα πολλές φορές– ότι είναι ένας λαός που ξεχνά το παρελθόν του. Αυτό σημαίνει ότι έχει πάρα πολλές πιθανότητες να το ξαναζήσει. Οι κυβερνήσεις από την άλλη μπορεί να αλλάζουν αλλά ένα πράγμα δεν αλλάζει. Οι βουλευτές να έχουν από 2-3 γραφεία διάσπαρτα στην Αθήνα και την εκλογική τους περιφέρεια. Γιατί άραγε; Για να βρίσκονται κοντά στο λαό; Ή για να μπορούν να κάνουν τα ρουσφέτια τους. Από την άλλη ο Έλληνας ενδιαφέρεται να γίνει μόνο το δικό του το ρουσφέτι. Αν γίνει, όλα καλά. Αν δεν γίνει, είναι σκάρτος ο απέναντι και αυτό όχι γιατί πράγματι είναι, αλλά επειδή ο απέναντι κατάφερε να κάνει το ρουσφέτι του. Έτσι είναι, είμαστε εδώ γιατί στην Ελλάδα πάντα ψάχναμε έναν εσωτερικό εχθρό και συνάμα τρωγόμασταν μεταξύ μας.

Τα νέα παιδιά είναι η ελπίδα του τόπου;

Πάντα τα νέα παιδιά είναι η ελπίδα του αύριο. Βεβαία στα χρόνια μου το όνειρο των νέων παιδιών ήταν ένα πατίνι από ρουλεμάν. Τώρα τα όνειρα και όχι το όνειρο των νέων είναι να πίνουν την φραπεδιά τους, να πηγαίνουν αν είναι δυνατόν καθημερινά στα μπουζουκομάγαζα, να είναι ξάπλα όλη μέρα και πάει λέγοντας. Δεν είναι βεβαίως όλοι οι νέοι έτσι και αυτό με κάνει να κρατώ την ελπίδα μου. Πάντως ακόμη και τώρα έτσι όπως είναι οι συνθήκες στην Ελλάδα, πολλά νέα παιδιά συνεχίζουν να ζουν την αμερικανολατρεία τους που τους την πάσαραν αυτοί που μας διαφεντεύουν.

Ξεκινήσατε για γιατρός και καταλήξατε σκηνοθέτης. Πως έγινε αυτό;

Στη φτωχή Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 ήρθα στη «μεγάλη πόλη», την Αθήνα, για να σπουδάσω Ιατρική και νοίκιασα ένα δωματιάκι στα Εξάρχεια. Για να επιβιώσω έκανα τις πιο απίθανες δουλειές. Πρέπει να άλλαξα πάνω από 40 επαγγέλματα, από λιμενεργάτης μέχρι γραμματέας. Όμως τελικά αναγκάζομαι να τα παρατήσω στο τρίτο έτος γιατί τα δίδακτρα ήταν πολύ ακριβά και δεν υπήρχε μία. Εκείνα τα χρόνια η ανεργία στην Ελλάδα ήταν 40%. Θυμάμαι στις εφημερίδες υπήρχαν σελίδες επί σελίδων αγγελίες για ανεύρεση δουλειάς και από την άλλη η προσφορά μπορεί να έφθανε μόλις τις 3 αγγελίες και σχεδόν όλες ζητούσαν κοπτοραπτούδες.

Τη σκηνοθεσία πότε την ξεκινήσατε;

Στην αρχή δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη μέχρι το 1967 οπότε και γύρισα την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία. Σκηνοθέτησα την πρώτη μου ταινία στα εικοσιεννιά μου χρόνια. «Συννεφιασμένοι ορίζοντες» λεγόταν και πρωταγωνιστούσαν η Μάρθα Βούρτση κι ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Παράλληλα εργάζομαι και στον Περιοδικό Τύπο της εποχής γράφοντας διηγήματα εξωφύλλου (Πάνθεον, Μάσκα).

Το ’69, καταφέρνω, με απίστευτες δυσκολίες γιατί έχει γίνει εν τω μεταξύ η δικτατορία, να τελειώσω την πρώτη δική μου μικρού μήκους, τη «Μήδεια ’70». Η ταινία άρεσε πολύ στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και μου δώσανε το βραβείο σκηνοθεσίας. Eχω σκηνοθετήσει καμιά δεκαπενταριά μεγάλου και μικρού μήκους ταινίες καθώς και καμιά δεκαριά θεατρικά έργα, πρόζα και επιθεώρηση, όλα παιγμένα.

Παράλληλα με τη σκηνοθεσία ασχολήθηκα εντατικά και με την ποίηση αλλά και την πεζογραφία. Το 2013 κυκλοφόρησε το «Αποκλίνον άστυ» το έβδομο ποιητικό μου βιβλίο. Τα ποιήματα του «αποκλίνοντος άστεως» απαρτίζουν μια ρεαλιστική πόλη με οδοδείκτες συμβόλων για μια έξοδο στη λύτρωση, αλλά οι δρόμοι κλειστοί…

Θα εκδώσετε κάποιο καινούργιο βιβλίο;

Έχω αρκετά στα συρτάρια μου, αλλά μισοτελειωμένα. Κάποια στιγμή θα ωριμάσουν οπότε και θα είναι έτοιμα να κυκλοφορήσουν.

Υπάρχει κάτι ολότελα δικό σας που δεν το μοιράζεστε;

Είναι οι συλλογές μου, που βεβαίως μπορεί κάποιος να τις δει αλλά είναι και παραμένουν κομμάτι μου. Η αγαπημένη μου συλλογή είναι τα πετρώματα μου, που έχω από κάθε ορίζοντα.

Τα σχόλια είναι κλειστά.