Ειδησεογραφικό site

Μιλούν οι βιοπαλαιστές: Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία…

122

Της Χριστίνας Σεμερτζάκη

Γυρολόγοι, πλανόδιοι, που διανύουν καθημερινά εκατοντάδες χιλιόμετρα στους δρόμους της πρωτεύουσας και της επαρχίας. Άνθρωποι του μόχθου, που έχουν χαλάσει εκατοντάδες σόλες στο κυνήγι για το μεροκάματο και συνεχίζουν να εξασκούν επαγγέλματα που τείνουν να χαθούν με το πέρασμα του χρόνου. Τα επαγγέλματα του δρόμου άνθησαν στη χώρα μας για περίπου έναν αιώνα (1860-1960). Πρόκειται για πλανόδιους εμπόρους, τεχνίτες και διασκεδαστές που περιφέρονται σε πανηγύρια και γιορτές. Κάποτε εξυπηρετούσαν βασικές καθημερινές ανάγκες αλλά και χαρές των ανθρώπων του μόχθου και της φτώχειας. Οι εποχές όμως έχουν αλλάξει και τα επαγγέλματα αυτά έχουν εκλείψει ή εξαφανιστεί. Ο παγοπώλης, ο καλαθάς, ο λαγουμιτζής, ο καθαριστής καμινάδων είναι μερικά από αυτά που χάθηκαν για πάντα. Παρ’ όλα αυτά ορισμένοι επαγγελματίες εξακολουθούν να εργάζονται στον δρόμο ως γυρολόγοι. Ο λατερνατζής, ο κουλουρτζής, ο καστανάς, ο λαχειοπώλης αλλά και πλανόδιοι διασκεδαστές συνεχίζουν να μοιράζονται τα βάσανα και τις μικροχαρές τους όπως παλιά.

Το «Καρφί» βρέθηκε στις γειτονιές της Αθήνας, συνομίλησε μαζί τους και σας μεταφέρει ευτράπελα αλλά και άτυχες στιγμές που έχουν βιώσει οι άνθρωποι της βιοπάλης και του σκληρού μεροκάματου του δρόμου. Η ζωή του καθενός είναι ταραχώδης και πολλές φορές επικίνδυνη. Πόσο έχει επηρεάσει η κρίση τα επαγγέλματά τους; Έχει αλλάξει η αντιμετώπιση του κόσμου απέναντί τους;

«ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΟΙ ΖΩΕΣ ΜΑΣ»

Συναντήσαμε τον κ. Τάσο στον Εθνικό Κήπο, όπου πουλάει κουλούρια: «Πηγαίνω στο πόστο μου κατά τις 6 το πρωί. Όσοι δουλεύουμε στον δρόμο έχουμε ζήσει πολλά ευτράπελα αλλά και άσχημα επεισόδια. Με την κρίση έχουν αγριέψει τα πράγματα. Ένα ξημέρωμα λοιπόν μόλις έχω παραλάβει τα κουλούρια και τα τοποθετώ στον δίσκο μου έρχεται μια παρέα μεθυσμένων ανδρών, ηλικίας περίπου 30 χρόνων, μου πετούν τα κουλούρια στον δρόμο, παίρνουν και μερικά για να φάνε και φεύγουν ανενόχλητοι. Τα καταστήματα δεν είχαν ακόμα ανοίξει. Η Αθήνα ακόμα κοιμόταν και έτσι απέμεινα μόνος να μαζεύω τα κουλούρια από το πεζοδρόμιο. Όταν πήγα στο αστυνομικό τμήμα να κάνω καταγγελία, οι αστυνομικοί μού είπαν ότι είμαι τυχερός που έπαθα μόνο αυτό. Την περασμένη εβδομάδα δύο νεαροί είχαν ξυλοφορτώσει έναν κουλουρτζή που αρνήθηκε να τους δώσει τσάμπα τα κουλούρια του. Καταλαβαίνω ότι ο κόσμος πεινάει. Και εγώ, όταν δω κάποιον πεινασμένο που δεν μπορεί να αγοράσει κουλούρι, του το δίνω τσάμπα. Όμως δυστυχώς κρύβονται πολλοί πίσω από την κρίση για να πουλήσουν μαγκιά εις βάρος των βιοπαλαιστών. Τόσα χρόνια έχω δει διάφορα. Στο παρελθόν φοβούνταν κάπως την τιμωρία. Σήμερα έχουν αποθρασυνθεί. Κινδυνεύουν έως και οι ζωές μας».

«ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ 300 ΕΥΡΩ»

Ο κ. Αντώνης Α. είναι λαχειοπώλης εδώ και δέκα χρόνια. Τον βρήκαμε να περπατάει στην οδό Σταδίου, αλλά, όπως μας είπε, διανύει καθημερινά μια μεγάλη ακτίνα γύρω από την πλατεία Συντάγματος. Από το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια μέχρι το Παγκράτι και τον Βύρωνα. «Γυρίζω όλες τις περιοχές, δεν μένω κάπου σταθερά. Κυκλοφορώ όπου έχει καφετέριες, μπαράκια και εστιατόρια. Πιο πολλά λαχεία αγοράζουν οι γυναίκες. Ρισκάρουν περισσότερο» λέει χαρακτηριστικά στο «Καρφί». «Το πιο περίεργο περιστατικό που έχω ζήσει ήταν όταν ήρθε ένας τύπος πριν από τρία περίπου χρόνια, που του είχα πουλήσει λαχείο –εγώ δεν τον θυμόμουν– και μου έδωσε έναν φάκελο με 300 ευρώ. Μου είπε ότι κέρδισε και θεωρούσε ότι είχα και εγώ μερίδιο στη νίκη του. Ποτέ δεν έμαθα τι ποσό κέρδισε. Μπορεί να είχε κληρώσει και τον πρώτο αριθμό του λαχείου, ποιος ξέρει; Το θέμα είναι ότι αυτά τα λεφτά τα χρειαζόμουν και ήρθαν την πιο κατάλληλη στιγμή. Έκτοτε δεν έχω ζήσει κάτι παρόμοιο».

«ΜΑΣ ΔΙΩΧΝΟΥΝ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ»

Ο Γιώργος είναι ζογκλέρ στην οδό Καλλιρόης. Χορεύει ρυθμικά χωρίς μουσική κάθε τόσο που ανάβει το κόκκινο φανάρι για τα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια λίγο πριν το φανάρι ανάψει πράσινο, περνάει από αμάξι σε αμάξι με το καπελάκι του και μαζεύει ψιλά για το θέαμα που προσέφερε. «Είχαμε μαζί με τη γυναίκα μου ένα μαγαζί με χάντρες και υλικά για βραχιόλια και κολιέ στο Μοναστηράκι, αλλά με την κρίση το κλείσαμε. Δεν είχε ζήτηση καθόλου. Το νοίκι ήταν πολύ υψηλό και τα λειτουργικά έξοδα δεν έβγαιναν. Έτσι αποφάσισα να αλλάξω δουλειά. Πάντα μου άρεσε να πειραματίζομαι» λέει ο ίδιος στο «Καρφί». «Είχα πάει παλιά ένα ταξίδι στην Ισπανία και είχα δει κάτι τύπους που είχαν κορύνες και ραβδιά με φωτιές, που τα στροβίλιζαν στον αέρα. Έτσι μου ήρθε η ιδέα να το φέρω και στην Ελλάδα αυτό. Από ευτράπελα έχω να γεμίσω βιβλία ολόκληρα. Εγώ κάνω το πρόγραμμά μου όταν το φανάρι ανάβει κόκκινο για τα αυτοκίνητα. Έχει τύχει να αποφύγω αμάξι την τελευταία στιγμή γιατί είναι πολλοί αυτοί που περνούν τον δρόμο, παρότι το φανάρι τους έχει ανάψει. Άλλη φορά πεζός με έχει ρίξει κατά λάθος γιατί περπατάει σκυφτός και δεν βλέπει μπροστά του. Με έχουν διώξει από φανάρια διάφοροι πλανόδιοι που πουλάνε λουλούδια ή λογής άλλα αντικείμενα, γιατί, λένε, τους παίρνω τη δόξα. Τα πόστα στην Αθήνα είναι μοιρασμένα. Εγώ γυρίζω δεξιά και αριστερά και βλέπω διάφορα. Πάντα φροντίζω το φανάρι που θα διαλέξω να έχει κάπως μεγάλη διάρκεια ώστε να προλάβω να ολοκληρώσω το θέαμά μου, αλλά και να περάσω από μια σειρά αυτοκίνητα ζητώντας τον οβολό τους. Τα καλοκαίρια πάω και στην πλατεία Κοτζιά, στην Ομόνοια και στο Σύνταγμα. Στις μεγάλες πλατείες είναι λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί μας διώχνουν συχνά. Στην πλατεία στο Μοναστηράκι και στην Αγίας Ειρήνης είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Βοηθάει και ο καιρός το καλοκαίρι, είναι και οι τουρίστες που τους αρέσουν αυτά τα δρώμενα, βγαίνει πιο εύκολα το μεροκάματο».

«ΚΑΘΕ ΓΩΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΗΣ»

Ο κ. Γιάννης είναι ακορντεονίστας. «Εγώ γνωρίζω τους δρόμους της Αθήνας όπως την παλάμη του χεριού μου. Χριστούγεννα, Πάσχα, Απόκριες και καλοκαίρι είναι οι καλύτερες περίοδοι για εμάς τους πλανόδιους μουσικούς. Τότε αλλάζει το κέφι του κόσμου. Όλοι έχουν περισσότερη διάθεση και διασκεδάζουν μαζί μας. Τα παιδιά χορεύουν και τραγουδούν. Οι μεγαλύτεροι κάθονται και με ακούν. Ένα αξιοπερίεργο περιστατικό που έχω ζήσει ήταν όταν πριν από χρόνια ένας από τους παρευρισκομένους με πλησίασε και μου είπε ότι έχει μπάντα στο εξωτερικό και αν ήθελα να πάω μαζί του. Τον ενδιέφερε, λέει, ο ήχος μου. Ούτε και κατάλαβα τι εννοούσε. Εγώ παίζω με την ψυχή, του απάντησα. Δεν ξέρω νότες, δεν ξέρω τίποτα. Απογοητεύτηκε. Μου είπε ότι, αν σπούδαζα μουσική, θα ήμουν πολύ καλός. Δεν έδωσα σημασία. Ίσως αν το είχα πάρει πιο σοβαρά τότε, σήμερα να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Απ’ την άλλη όμως δεν θα άφηνα την Ελλάδα με τίποτα. Εδώ είναι η οικογένειά μου, τα παιδιά μου, το σπίτι μου. Μπορεί να μην το εννοούσε. Η ζωή με έμαθε ότι οι κουβέντες του δρόμου μπορεί να είναι είτε οι πιο ανούσιες είτε οι πιο σοβαρές. Τώρα με την κρίση τα πράγματα έχουν γίνει πιο δύσκολα. Για εμάς όμως τους μεροκαματιάρηδες δεν έχουν αλλάξει και τόσο δραματικά τα πράγματα. Τι είχαμε, τι χάσαμε! Ό,τι έκανα πάντα κάνω και τώρα. Μόνο που έχει αυξηθεί κάπως ο ανταγωνισμός. Σε κάθε γωνιά είναι και κάποιος είτε με ένα ντέφι ή με μια φλογέρα, είτε τραγουδάει. Δεν έχει τι να κάνει ο κόσμος και βγήκε στους δρόμους για ένα κομμάτι ψωμί. Πριν από πέντε χρόνια ήμασταν μετρημένοι. Σήμερα είναι πάρα πολλοί οι διασκεδαστές του δρόμου, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην ξέρει ποιον να πρωτοασημώσει».

 «Ο ΚΟΥΣΤΟΥΜΑΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΝΑ ΦΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΠΟΥ ΛΙΜΠΙΖΟΤΑΝ ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ…»

Η κ. Παναγιώτα Γ. είναι από τις λίγες γυναίκες που ασχολούνται με το επάγγελμα του καστανά. «Είχαμε τη φουφού μαζί με τον άντρα μου. Όταν εκείνος αρρώστησε και πέθανε, την ανέλαβα εγώ. Κάθε χειμώνα ψήνω κάστανα στο κέντρο της Αθήνας. Το καλοκαίρι πηγαίνω στην επαρχία, στην Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και την Ιθάκη και ψήνω καλαμπόκια. Η κίνηση είναι πολύ πεσμένη σε σχέση με το παρελθόν. Είναι τώρα δύο χρόνια που και τα πανηγύρια στα χωριά βιώνουν μια πρωτοφανή ύφεση και έτσι δεν έχουν μεγάλη ζήτηση ούτε τα καλαμπόκια ούτε τα ζαχαρωτά που έχω καμιά φορά. Τον χειμώνα στην Αθήνα είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Παρ’ όλα αυτά όσοι αγοράζουν κάστανα αγοράζουν πολύ λιγότερα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Αγοράζουν ένα σακουλάκι με 10 κάστανα προς 3 ευρώ και μου κάνουν και παζάρια. Τόσα χρόνια έχουν δει πολλά τα μάτια μου. Τον τελευταίο καιρό βλέπω ακόμα πιο περίεργα πράγματα. Τον περασμένο μήνα ήρθε ένας κύριος με κουστούμι, καλοβαλμένος και μου λέει “δεν έχω να φάω”. Στην αρχή δεν τον πίστεψα, μέχρι που γύρισε τις τσέπες του παντελονιού του και εκτός του ότι δεν είχαν τίποτα μέσα ήταν και τρύπιες. Τον ρώτησα πώς και έγινε έτσι. Μου πε ότι ήταν υπάλληλος σε μια εταιρεία και έμεινε χωρίς δουλειά. Χρώσταγε λεφτά στους πάντες. Του πήρε η τράπεζα το σπίτι και η οικογένειά του διαλύθηκε. Τον λυπήθηκα. Του έδωσα δυο σακούλια κάστανα. Τι να το κάνεις; Δουλειές δεν υπάρχουν. Γκρίνια πολλή ακούω κάθε μέρα απ’ όλους. Μια μαμά τις προάλλες ήταν με το παιδάκι της. Εκείνο λιμπίστηκε τα κάστανα και της είπε να του πάρει. Η μαμά γύρισε κοίταξε την τιμή που έχω γράψει σ’ ένα χαρτόνι και του ’πε: “Δεν έχουμε, παιδί μου, 3 ευρώ, μόνο 50 λεπτά έχω στο πορτοφόλι μου”. Ένιωσα τόσο άσχημα που είδα την απογοήτευση στο βλέμμα του παιδιού και του έδωσα τρία κάστανα σε μια χαρτοπετσέτα. Η μητέρα ταράχτηκε, αλλά με χιλιοευχαριστούσε. Μάνα είμαι και εγώ και ξέρω».

«ΚΑΝΕΙ ΘΡΑΥΣΗ ΤΟ… ΓΑΡΙΦΑΛΟ ΣΤ’ ΑΥΤΙ»

Ο κυρ Στέργιος Κ. γυρνάει με τη λατέρνα του όλη την Ελλάδα. «Λατέρνα και καλή καρδιά» λέει στο «Καρφί». Για περισσότερα από 15 χρόνια χαρίζει τις μουσικές του στους δρόμους της Αθήνας αλλά και της επαρχίας. «Έρχομαι και φεύγω» λέει χαρακτηριστικά. «Κάποιοι με προσπερνούν. Κάποιοι αφήνουν κανένα ευρώ στον δίσκο μου. Δεν δουλεύω για την επιβίωση. Δουλεύω γιατί μου αρέσει αυτό που κάνω. Η λατέρνα είναι ρομαντική. Θυμίζει μια άλλη εποχή. Ο περισσότερος κόσμος ανταποκρίνεται ειδικά στις γειτονιές της Πλάκας. Ευτυχώς είναι και οι τουρίστες που με αντιμετωπίζουν διαφορετικά, ως ένα τοπικό έθιμο ή δρώμενο. Το πιο παράξενο που μου έχει τύχει είναι όταν με πλησίασε μία κυρία μεγάλης ηλικίας και άρχισε να τραγουδάει μαζί με τη λατέρνα. Όπως μου εξήγησε, στα νιάτα της ήταν σοπράνο και το τραγούδι ήταν η ζωή της. Δεν την έχω ξανασυναντήσει, αλλά ήταν πραγματικά μια αξέχαστη εμπειρία. Το τραγούδι που έχει τη μεγαλύτερη απήχηση σχεδόν σε όλες τις γειτονιές που έχω πάει είναι το “Γαρίφαλο στ’ αυτί”».

Τα σχόλια είναι κλειστά.