Ειδησεογραφικό site

Ζυγοβίστι: Εδώ ξεπήδησαν οι «Αθάνατοι» του Κολοκοτρώνη

2.312

Tης Πέννυς Κροντηρά

Μία ανάσα από τον ουρανό, ανάμεσα στα άστρα και τα σύννεφα, δεσπόζει σε υψόμετρο 1280 μέτρων το Ζυγοβίστι Αρκαδίας. Το χωριό αυτό «στελέχωσε» την προσωπική φρουρά του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821. Το «Καρφί» επισκέφθηκε το ηρωικό χωριό του «Σώματος των Αθανάτων», το Ζυγοβίστι και σας περιγράφει τους τόσο καλά κρυμμένους εδώ και αιώνες ιστορικούς θησαυρούς του.

Το Ζυγοβίστι χρονολογείται από το 170 μ.Χ. Οι πελασγικοί ογκόλιθοι που έχουν βρεθεί στο χωριό, υποδηλώνουν πως υπήρξε πελασγικός συνοικισμός. Ο Παυσανίας, στα «Αρκαδικά του», λέει πως στο Ζυγοβίστι βρισκόταν κρυμμένος ο τάφος της Καλλιστώς και το ιερό της Καλλίστης Άρτεμης.

Για πρώτη φορά, τα νεότερα χρόνια, το Ζυγοβίστι με τη σημερινή του ονομασία κατοικείται το 1461.

Οι ερμηνείες που δίνονται για την ονομασίας του χωριού είναι δύο. Σύμφωνα με την πρώτη, η λέξη είναι σύνθετη και αποτελείται από τη λέξη «Ζυγός» (ελληνική) και τη λέξη «βίστι» (σλάβικη), που σημαίνει «Θέα από ψηλά» ή «Χωρίον όπισθεν του όρους».

Ο μεγαλύτερος μελετητής τοπωνυμιών της γης, ο Γερμανός Max Vasmer, στο βιβλίο του στο «Die Slaven in Griechenland» (Βερολίνο, 1941) δηλώνει πως η λέξη προέρχεται από το βουλγάρικο «Zvegoviste», που σημαίνει «Καμένη γη» και από την ελληνική λέξη «Ζυγός» που, σύμφωνα με την παράδοση, κατά την ίδρυση του χωριού έθαψαν στην γη δύο βόδια με το ζυγό τους.

ΤΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ

Ο πολυέλαιος του Χουρσίτ Πασά, που δώρισε στο χωριό ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο πολυέλαιος του Χουρσίτ Πασά, που δώρισε στο χωριό ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Από το ένδοξο Ζυγοβίστι, που απλώνεται αγέρωχο στις κορυφές του Μαίναλου, γεννήθηκαν τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη. Οι επίλεκτοι αυτοί αγωνιστές, που πρόσφεραν στην απελευθέρωση της πατρίδας και έμειναν στην Ιστορία ως το «Σώμα των Αθανάτων των οποίων τα νώτα ουδέποτε είδε ο εχθρός», κατά τον ιστορικό Φωτάκο (Φώτιος Χρυσανθόπουλος). Μάλιστα, η πλατεία του χωριού φέρει το όνομα «Πλατεία Αθανάτων». Η γενναιότητα, η αυταπάρνηση και ο ηρωισμός ήταν τα χαρακτηριστικά που έκαναν τον Γέρο του Μοριά να επιλέξει για τη σωματοφυλακή του τα Ζυγοβιστινά παλικάρια και να τα ονομάσει τιμητικά «Σώμα των Αθανάτων».

Στα απομνημονεύματά του, ο Θ. Κολοκοτρώνης λέει για τη σωματοφυλακή του: «Εγώ πήρα τους δικούς μου…», εννοώντας τους Ζυγοβιστινούς. Αξίζει να αναφερθεί ότι εννέα από τους καλύτερους Ζυγοβιστινούς μπήκαν στη Φιλική Εταιρεία.

Το 1815 το χωριό απαριθμούσε 750 κατοίκους και σύμφωνα με έρευνες, περί τους 350 Ζυγοβιστινούς συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821.

ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Το 2001, στην είσοδο του χωριού έγιναν προς τιμήν του «Σώματος των Αθανάτων» τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου των Αθανάτων Ζυγοβιστινών Αγωνιστών του 1821. Αυτά έγιναν από την Αδελφότητα των Ζυγοβιστινών «Η Μεταμόρφωσις», που, από το 1909 που ιδρύθηκε, προσφέρει σημαντικό έργο στη διατήρηση και την ένωση των απανταχού Ζυγοβιστινών. Το γλυπτό αυτό μαρμάρινο βιβλίο μεταφέρθηκε με τιμές αρχηγού κράτους, συνοδευόμενο από άγημα.

Το μνημείο φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Αρμακόλλας και είναι κατασκευασμένο από λευκό μάρμαρο Θάσου. Λόγω του μεγέθους του (4μ. ύψος, 3,60 μ. πλάτος, 0,70 μ. πάχος και βάρος 25 τόνοι) το μνημείο μπήκε στο βιβλίο με τα «Ρεκόρ Γκίνες» ως το μεγαλύτερο μαρμάρινο βιβλίο του κόσμου. Το μνημείο-βιβλίο περιλαμβάνει 24 σελίδες –όσα και τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου– και στο κεντρικό του άνοιγμα είναι χαραγμένα τα ονόματα 197 Ζυγοβιστινών Αγωνιστών της φρουράς του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

5ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΔΙΔΑΚΤΗΡΙΟ

f3 SxoleioΣτον Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, που κτίστηκε το 1630 στην πλατεία του χωριού, διασώζεται ο πολυέλαιος του Χουρσίτ Πασά, που δώρισε στο χωριό ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά την Άλωση της Τριπολιτσάς το 1823. Ο θαυμαστός πολυέλαιος είναι από σμάλτο, έργο ρωμαϊκής τέχνης και ήταν λάφυρο των Τούρκων από την Αγία Σοφία, όταν η βασιλεύουσα έπεσε στα χέρια τους. Το τέμπλο της εκκλησίας, φιλοτεχνημένο το 1814, παραμένει άθικτο και αξιοθαύμαστο έργο τέχνης. Στο κενό της οροφής, ανάμεσα στο ταβάνι της εκκλησίας μέχρι την κεραμοσκεπή, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας κρύβονταν 300 άνθρωποι.

Ακόμα, στο χωριό διασώζεται το 5ο Καποδιστριακό Διδακτήριο που οικοδομήθηκε το 1828 και λειτούργησε από μεταξύ 1828-1957. Το 2002 έγιναν τα εγκαίνια του αναπαλαιωθέντος και μετατραπέντος σε Πολιτιστικό-Πνευματικό Κέντρο Ζυγοβιστίου και έχει χαρακτηριστεί από το κράτος διατηρητέο μνημείο.

Η ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΠΟΥ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ…

Το Ζυγοβίστι διακρίνεται για τη φιλοξενία των κατοίκων του και μια λαϊκή ιστορία λέει πως δύο Ζυγοβιστινοί τσακώθηκαν, διεκδικώντας ο καθένας για λογαριασμό του τη φιλοξενία κάποιου ξένου, που είχε βρεθεί στο χωριό. Αυτό συνέβη καθώς πολλοί χωριανοί ήξεραν τα βάσανα της ξενιτιάς και είχαν σε μέγιστο βαθμό αναπτύξει το αίσθημα του φιλότιμου. Ο Κολοκοτρώνης σχολιάζοντας την ομοψυχία και αλληλεγγύη τους χαρακτήρισε ως… «σφηκοφωλιά».

Επειδή ο τόπος ήταν άγονος, η πρόσβαση δύσκολη και ο χειμώνας βαρύς υπάρχει η λαϊκή παροιμία «Μουλάρι Ζυγοβιστινό και κασμάς Ναξιώτικος», που υποδηλώνει κάτι το γερό και δυνατό που πάει κόντρα στη δυσκολία και το αδύνατο.

Σήμερα, το χωριό απαριθμεί μόλις έξι οικογένειες, δηλαδή 15 ανθρώπους, που κρατούν τις «Θερμοπύλες». Η απασχόλησή τους ανάγεται κυρίως στην κτηνοτροφία. Στις γιορτές και το καλοκαίρι ο κόσμος αυξάνεται, φτάνοντας περίπου τα 200-250 άτομα. Το καλοκαίρι το χωριό γεμίζει από φωνές παιδιών που ξεχύνονται στην πλατεία για να παίξουν. Η Αδελφότητα Ζυγοβιστινών «Η Μεταμόρφωση», από τους λίγους συλλόγους που έχουν διατηρηθεί έως σήμερα –λειτουργεί μόνο με συνδρομές και δωρεές των Ζυγοβιστινών–, δίνει ζωή στον τόπο οργανώνοντας εκδηλώσεις μουσικοχορευτικές και διαγωνισμούς επιτραπέζιων παιχνιδιών, μαγειρικής, τουρνουά μπάσκετ και κάνοντας σημαντικά έργα συντηρήσεως. Ο Πάρεδρος του χωριού, παρά τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες και την αδιαφορία του Δήμου, προσπαθεί για το καλύτερο του χωριού.

Κάτοικοι που μεγάλωσαν και ζουν στο χωριό, τηρώντας τις πατρικές παραδόσεις και σεβόμενοι τον ηρωισμό των προγόνων τους, μας περιγράφουν την καθημερινή ζωή στη φύση και το πώς βιώνουν σήμερα την οικονομική κρίση στην ύπαιθρο, στέλνοντας το δικό τους μήνυμα…

Καλύτερα οι νέοι να γυρίσουν στην κτηνοτροφία, παρά στους κάδους…

f5 20150707_190715Βαγγέλης Κολλιόπουλος, 53 ετών, κτηνοτρόφος από το 2012: «Είμαι γέννημα-θρέμμα Ζυγοβιστινός. Εδώ μεγάλωσα και εδώ θα πεθάνω. Οι γονείς μου ήταν αγρότες-κτηνοτρόφοι και τώρα είναι 83 ετών και δεν βγαίνουν από το σπίτι. Μέχρι είκοσι ετών δούλευα οικοδομή και από τα εικοσιένα μέχρι τα πενήντα μου ήμουν οδηγός σε νταλίκα στη Βόρεια Ελλάδα. Κάθε Σαββατοκύριακο επέστρεφα στο χωριό που ήταν η έδρα μου και η οικογένειά μου. Η γυναίκα μου μεγάλωνε τα δύο παιδιά μας. Στα πενήντα μου χρόνια η εταιρεία έκλεισε. Εδώ και τρία χρόνια ασχολούμαι με την κτηνοτροφία. Η γυναίκα μου εδώ και πέντε χρόνια λειτουργεί το μαγαζί της Αδελφότητας Ζυγοβιστινών, το «Ζυγοβιστινό Στέκι», ως καφέ-ταβέρνα λόγω του ότι είμαστε μόνιμοι κάτοικοι, ώστε όποιος έρθει, είτε ταχυδρόμος είτε επισκέπτης, να μπορεί να πιει ένα καφέ ή να φάει μία μερίδα φαγητό. Το χωριό είναι άγονη περιοχή και τους χειμερινούς μήνες έχουμε χιόνια και δεν επιβιώνει τίποτα. Οι πιο νέοι είμαστε εμείς με τη γυναίκα μου πλέον, γιατί τα παιδιά μου έχουν φύγει. Ό,τι χρειαστούν οι κάτοικοι, είτε φάρμακα είτε συντάξεις, τους τα φέρνουμε εγώ και η γυναίκα μου. Χωριό χωρίς ιερέα, δάσκαλο και μαγαζί δεν νοείται. Τα παιδιά μου πήγαιναν σχολείο στη Δημητσάνα και μετά στη Βυτίνα κι από εκεί στην Τρίπολη για φροντιστήριο. Διένυαν καθημερινά 75 χιλιόμετρα, έφευγαν το πρωί στις 06:30 και γυρνούσαν το βράδυ στις 22:00. Σήμερα δεν θέλω να μείνουν στο χωριό, αλλά να φύγουν να βρουν κάτι καλύτερο. Όμως, όπως πάμε είναι καλύτερα τα παιδιά να γυρίσουν πίσω στην κτηνοτροφία, από το να μείνουν στην πόλη και να πηγαίνουν στους κάδους να τρώνε! Αν συναντούσα τον πρωθυπουργό, θα του έλεγα να βάλει νερό στο κρασί του, όπως και ο Σόϊμπλε και να βρουν μία άκρη να μην την πληρώσουν τα παιδιά μας. Είναι απαράδεκτο να βρίζει ο ένας τον άλλο! Δεν με νοιάζει πού ανήκει ο καθένας πολιτικά, γιατί στο τέλος εμείς ζημιωνόμαστε που μένουμε πίσω».

«Δεν θέλω να φύγω από τον τόπο μου…»

f6 received_10205063093001742Η Γιάννα Κολλιοπούλου, 21 ετών, φοιτήτρια του Τμήματος Εφαρμογών, Πληροφορικής και Διοίκησης και Οικονομίας στη Λευκάδα: «Το να είσαι από το Ζυγοβίστι είναι πολύ μεγάλη τιμή, γιατί είναι ένα ηρωικό χωριό και είμαι περήφανη. Στο χωριό έμεινα μέχρι τα δεκαοχτώ μου. Η ζωή δεν είχε καμία σχέση με αυτή της πόλης και το συνειδητοποίησα τα τελευταία χρόνια που έφυγα. Στο χωριό υπήρχε ελευθερία σε διάφορες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής και κοινωνικότητα που ειδικά με τα τωρινά δεδομένα στην πόλη είναι πολύ δύσκολα. Το Ζυγοβίστι σου προσφέρει την ηρεμία που η πόλη δεν έχει, καθώς ακόμα και τη νύχτα δεν κοιμάται. Η ζωή στο χωριό είναι όμορφη και ξέγνοιαστη, χωρίς άγχος, πάντα με παιχνίδι, χαμόγελο και καλή παρέα. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μου θα ήθελα να κάνω ένα μεταπτυχιακό, αλλά ταυτόχρονα να εργάζομαι πάνω σε αυτό που σπουδάζω. Το όνειρό μου είναι η επιστροφή στο όμορφο χωριό μου αλλά όχι στο άμεσο μέλλον, παρά μόνο όταν κάνω οικογένεια, για να χαρίσω στα παιδιά μου αυτό που μου πρόσφεραν οι δικοί μου γονείς, δηλαδή την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας. Δυστυχώς, η κατάσταση σήμερα είναι πολύ δύσκολη, ζούμε στο 2015 και οι οικογένειες δεν έχουν χρήματα να καλύψουν τις απαραίτητες ανάγκες τους. Το άσχημο είναι ότι οι νέοι που διψάνε για μάθηση και γνώση πληρώνουν τα σπασμένα, καθώς δεν έχουν χρήματα να σπουδάσουν. Έχω σκεφτεί να φύγω στο εξωτερικό, αλλά αναρωτιέμαι να πάω πού και από την άλλη να μείνω εδώ και να κάνω τι; Δεν θέλω να φύγω από την Ελλάδα, αγαπάω τη χώρα μου και θα μείνω να παλέψω. Δεν ξέρω ποιος φταίει και πώς φτάσαμε εδώ, αλλά θέλω ένα καλύτερο αύριο, ένα μέλλον που να μου αξίζει, όπως αξίζει σε όλους τους νέους».

«Οι Γερμανοί θέλουν να τους ζητάμε λεφτά για να μας έχουν ρομπότ τους»

f4 20150706_200443Ο Σωτήρης Ρηγόπουλος, 92 ετών, συνταξιούχος είναι ένας από τους ελάχιστους κατοίκους που έχουν παραμείνει στο χωριό: «Ζω με τη γυναίκα μου Τασία Ρηγοπούλου, 80 ετών. Πάντα ασχολούμασταν με τις αγροτικές δουλειές και την κτηνοτροφία, είχαμε γίδια, κότες, γαλιά. Εδώ και είκοσι χρόνια έχω πάρει τη σύνταξή μου, το ίδιο και η γυναίκα μου. Αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι δεν μπορώ να βρω δύο ανθρώπους συνομήλικους να κάνω παρέα και να θυμηθούμε τις παλιές εποχές. Έχει ερημώσει το χωριό! Θυμάμαι πώς ήταν το 1930, όταν ήμουν 7 χρονών παιδί, δεν είχαμε στεναχώριες τότε. Δύσκολη η αγροτική ζωή, δεν είχε οκτάωρα τότε. Δουλεύαμε από το πρωί που έβγαινε ο ήλιος μέχρι που σουρούπωνε στο χωράφι. Την καταλάβαμε την κρίση, αλλά εμάς τους ηλικιωμένους δεν μας πείραξε, γιατί είμαστε στο χωριό. Με τη σύνταξη τα καταφέρνουμε. Πρόβλημα έχουν όσοι πρέπει να μεγαλώσουν παιδιά. Εγώ το μόνο που θέλω είναι να ξημερώνει και να είμαστε καλά και όχι πεσμένοι στο κρεβάτι. Οι Γερμανοί μας είχαν κηρύξει και παλιά τον πόλεμο και σκοτώθηκε πόσος κόσμος, τότε ήμουν στην Εθνική Αντίσταση με άλλους από το χωριό αλλά τη γλυτώσαμε. Τότε καίγανε χωριά, λεηλατούσαν τα πάντα, σκότωναν ανθρώπους. Σήμερα, που η Γερμανία έχει τα μέσα, μας κάνει οικονομικό πόλεμο όχι με όπλα σαν τότε. Μας θέλουνε να είμαστε φτωχοί και να μην ευημερούμε. Συμφέροντα είναι αυτά! Να ζητάμε λεφτά και να μας έχουν ρομπότ. Εμείς δεν πρέπει να τους έχουμε ανάγκη, αλλά σήμερα δεν έχουμε πολιτικούς καλούς. Η Μέρκελ δεν μας αγαπάει. Ο Γιούνκερ που χτύπαγε τον Τσίπρα στον ώμο, που είδα στην τηλεόραση, έλεγα ότι θα τα βρούμε. Την άλλη μέρα όμως τα γύρισαν! Εγώ αν τους είχα μπροστά μου, θα τους έλεγα ότι δεν αγαπάτε τον φτωχό άνθρωπο. Δώστε του χρήματα να ευημερήσει, εμένα μου αρέσει να βλέπω τον γείτονα να είναι πλούσιος, γιατί αν είναι φτωχός θα μου ζητάει κάθε μέρα. Όλοι πρέπει να είμαστε το ίδιο. Τώρα μας έχουνε κόψει από τον Δήμο μέχρι και το δημοτικό λεωφορείο, που μας πήγαινε στο διπλανό χωριό ως το Κέντρο Υγείας να γράψουμε τα φάρμακα. Δεν έχουνε λεφτά λένε. Δεν θέλω να πάω να διασκεδάσω, τα φάρμακά μου θέλω. Ας έδινα και χρήματα για το εισιτήριο, αρκεί να με πήγαινε. Ούτε οι νέοι μπορούν να έρθουν εδώ με την κρίση και να ασχοληθούν με τα ζώα, γιατί ο χειμώνας είναι βαρύς και δεν θα έχουν τι να τα ταΐσουν και οι βοσκοί παλιά τα ζώα τα πήγαιναν μετά στη Μεσσηνία. Οι παλιοί Ζυγοβιστινοί έκαναν δουλειές, ήταν τσαγκάρηδες όπως ο πατέρας μου, μαραγκοί, μπαλωματήδες, έμποροι, αγωγιάτες κ.ά. Ο τόπος είναι άγονος, δεν είναι κάμπος».

Τα σχόλια είναι κλειστά.