Ειδησεογραφικό site

Δεν έχει STOP η απάτη με τα… ΠΟΠ – Βαφτίζουν ελληνικά ξένα προϊόντα

337

Της Δέσποινας Καραγιαννοπούλου

Πάρτι εκατομμυρίων ευρώ κάνουν εισαγωγείς τροφίμων οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την προτίμηση των Ελλήνων καταναλωτών για τα ντόπια προϊόντα, «βαφτίζουν» ελληνικά τα αγαθά που εμπορεύονται από όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Τσίπουρο, πατάτες, ψάρια, αυγά, φέτα, γραβιέρα, ελαιόλαδο και μέλι είναι πρώτα στη λίστα των προϊόντων που ελληνοποιούνται κατά κόρον, εις βάρος της τσέπης του καταναλωτή που τα πληρώνει «βαπορίσια», αλλά και της εγχώριας αγροτικής παραγωγής που αργοπεθαίνει.

Tσιπουρομιξία με οινόπνευμα Βουλγαρίας

Στα 300-350 εκατ. ευρώ ετησίως εκτιμά ο Ευθύμης Τσιλιλής, ιδιοκτήτης της ομώνυμης βιομηχανίας ποτών, τις απώλειες του κράτους από το παράνομα ελληνοποιημένο τσίπουρο-τσικουδιά καθώς, όπως μας λέει, η διακίνησή τους γίνεται χωρίς παραστατικά και άρα δεν υφίσταται καταβολή φόρων (ΦΠΑ και Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης) αλλά και ασφαλιστικών εισφορών στα Ταμεία. Σημειώνεται ότι στο εμφιαλωμένο τσίπουρο-τσικουδιά μόνο ο ΕΦΚ είναι 5 ευρώ στο λίτρο.

Η νοθεία, όπως αναφέρει στο «Καρφί», γίνεται με δύο τρόπους. Ο πρώτος αφορά αλβανικό τσίπουρο-τσικουδιά που εισάγεται και ελληνοποιείται και ο δεύτερος μείξη του ελληνικού προϊόντος με βουλγαρικό οινόπνευμα.

Θα είχε μπει φραγμός στις παράνομες ελληνοποιήσεις, σημειώνει ο Ευ. Τσιλιλής, αν το κράτος άλλαζε το καθεστώς διακίνησης των συγκεκριμένων προϊόντων, απαγορεύοντας δηλαδή το χύμα προϊόν. Όπως ακριβώς ισχύει και με το ούζο, το οποίο πωλείται μόνο εμφιαλωμένο. Μολονότι η Ένωση Αποσταγματοποιών Αμπελοοινικών Προϊόντων Ελλάδος έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στα υπουργεία Οικονομικών και Ανάπτυξης για τις σημαντικές απώλειες εσόδων που έχει το κράτος, αλλά και για τα σοβαρά προβλήματα υγείας που μπορούν να προκληθούν από την πόση του νοθευμένου προϊόντος, δεν έχει βρεθεί ακόμα λύση.

Πώς κάνουν τις… λαδιές με το ελαιόλαδο

Οι παράνομες ελληνοποιήσεις ξένου λαδιού, μολονότι είναι ένα θέμα που απασχολεί συχνά πυκνά τη Βουλή, παραμένει άλυτος γρίφος. Πληροφορίες λένε ότι το λιμάνι του Ηρακλείου μαζί με τα λιμάνια της Πάτρας και της Ηγουμενίτσας χρησιμοποιούνται ως πύλες εισαγωγής ισπανικών και ιταλικών λαδιών. Η απάτη γίνεται ως εξής: Μονάδες τυποποίησης λαδιού ή ακόμα και τα ίδια τα ελαιουργεία εισάγουν λάδι από άλλες χώρες, κατά βάση από την Ισπανία που έχει αυξημένη παραγωγή και στην οποία το λάδι πωλείται σε χαμηλότερη τιμή. Το εισαγόμενο λάδι, αφού καταλήξει στα ελαιουργεία, εμφανίζεται ως προϊόν από ντόπιες ελιές. Η πρακτική αυτή «συμφέρει» και τους παραγωγούς, αφού το ελαιουργείο τούς εκδίδει παραστατικά μεγαλύτερης αξίας από την πραγματική ποσότητα που παράγεται και υπάρχει η ωφέλεια από την επιστροφή ΦΠΑ. Στη συνέχεια, το λάδι από το ελαιουργείο πωλείται στις μονάδες τυποποίησης, που το διαθέτουν στην αγορά ως ελληνικό προϊόν.

Ελληνική φέτα από γερμανικό γάλα

Όταν ένα προϊόν είναι ΠΟΠ, όπως επί παραδείγματι η γραβιέρα Νάξου, δεν γίνονται εύκολα νοθείες λόγω των εκτεταμένων και εντατικών ελέγχων, μας λέει ο Δημήτρης Καπούνης, πρόεδρος της ΕΑΣ Νάξου. Ωστόσο ξεκαθαρίζει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, καθώς τα κέρδη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος από ένα νοθευμένο προϊόν –η παρασκευή του οποίου κοστίζει έως και 50% φθηνότερα από ένα γνήσιο προϊόν– είναι τεράστια.

Οι βασικότεροι τρόποι νοθείας είναι οι εξής: με αγελαδινό γάλα κατά 100%, με πρόβειο γάλα και προσθήκη πρωτεΐνης γάλακτος και, τέλος, με μπαχή (τυρόπηγμα) από τη Γερμανία που αυξάνει τον όγκο της πρώτης ύλης.

Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι κατά καιρούς γίνονται εισαγωγές απομιμήσεων γραβιέρας κυρίως από βαλκανικές αγορές, ενώ την ίδια στιγμή έχουν αυξηθεί και τα φαινόμενα νοθείας που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας.

Αντίστοιχα νοθείες γίνονται και στη φέτα, κυρίως με βόειο γάλα που μπορεί να ανιχνευτεί. Όμως γίνεται κι άλλου είδους νόθευση, με αλλαγή της αναλογίας της πρώτης ύλης που πρέπει να υπάρχει και η οποία είναι 70% πρόβειο και 30% γίδινο. Σε αυτή την περίπτωση κάποιοι βάζουν περισσότερο γίδινο γάλα που δεν μπορεί να ανιχνευτεί. Η νοθεία στη φέτα αφορά και την παράνομη εισαγωγή πρόβειου γάλακτος από άλλες χώρες.

Τα κέρδη που αποκομίζουν όσοι εμπορεύονται νοθευμένα τυροκομικά είναι ασύλληπτα. Επί παραδείγματι μια νοθευμένη γραβιέρα κοστίζει στη χονδρική 4-5 ευρώ, για να καταλήξει στη λιανική στα 11 ευρώ το κιλό. Σε αντιδιαστολή, η νόμιμη ελληνική γραβιέρα κοστίζει στη χονδρική 7,5 ευρώ, ενώ η τιμή της στη λιανική φθάνει τα 13 ευρώ.

Και τρία αυγά Τουρκίας έγιναν… ντόπια

«Αν δεν ενεργοποιηθεί το σύστημα Άρτεμις του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο θα ελέγχει τα ισοζύγια των παραγωγών (τι παράγει-τι πουλάει ο καθένας), δεν πρόκειται να μπει φρένο στις παράνομες ελληνοποιήσεις αυγών, μας λέει ο Γιάννης Βλαχάκης, ιδιοκτήτης της ομώνυμης βιομηχανίας. Όπως αναφέρει στο «Καρφί», έχει ήδη συσταθεί ομάδα εργασίας στην οποία μετέχουν μέλη της Ένωσης Αυγοπαραγωγών Ελλάδος αλλά και παράγοντες από τον ΕΛΓΟ Δήμητρα, που υπάγεται στο υπουργείο, προκειμένου να προσδιοριστούν οι ακριβείς τρόποι ελέγχου των παραγωγών. Εφόσον ολοκληρωθεί αυτό, συνεχίζει, θα αναζητηθούν και τα απαραίτητα κονδύλια για τη λειτουργία του προγράμματος, το οποίο ο ίδιος εκτιμά ότι θα ενεργοποιηθεί εντός του 2015.

Έως τότε, υποστηρίζει, οι καταναλωτές θα συνεχίζουν να τρώνε αυγά ελληνικά… εκ Τουρκίας. Δυστυχώς, αναφέρει ο Γ. Βλαχάκης, μολονότι ο Έλληνας καταναλωτής είναι διατεθειμένος να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή και τα ντόπια προϊόντα, δεν μπαίνει στη διαδικασία να ενημερωθεί και αναλόγως. Δεν ξέρει, για παράδειγμα, ότι επάνω στο κέλυφος θα πρέπει να υπάρχει η ένδειξη «EL», που σημαίνει ελληνικό, όπως επίσης και σε τι αντιστοιχούν οι αριθμοί 0, 1, 2, 3, που σημαίνουν αντίστοιχα βιολογικό, ελευθέρας βοσκής, αχυρώνα, κλωβοστοιχείων.

Μολονότι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία, εκτιμάται ότι το 1/3 των αυγών που κυκλοφορούν στην εσωτερική αγορά, αν και χαρακτηρίζονται ως παραγωγή Εύβοιας, Θήβας ή Μαραθώνα, είναι προελεύσεως Τουρκίας, Βουλγαρίας κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι, από τα 950 εκατ. αυγά που είναι η συνολική εγχώρια παραγωγή, τα 300 εκατ. αυγά έχουν «βαφτιστεί» ελληνικά. Εκτιμάται ότι οι πωλήσεις των παράνομα εισαγόμενων αυγών φτάνουν στα επίπεδα των επώνυμων ελληνικών εταιρειών. Οι τελευταίες εμφανίζουν συνολικό τζίρο 150 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα για τα αυγά που είναι «μαϊμού ελληνικά», σημειώνει ο Γ. Βλαχάκης, αποτελεί κοινό μυστικό ότι το βασικότερο κανάλι διάθεσής τους είναι οι λαϊκές αγορές –συμβάλλουν σε αυτό και οι ανύπαρκτοι έλεγχοι από τους αρμόδιους φορείς–, ενώ αγνώστου προελεύσεως είναι και τα αυγά που χρησιμοποιούνται στα εστιατόρια, στα ξενοδοχεία κ.λπ.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι, πριν από μία τετραετία, για την εγχώρια παραγωγή αυγών χρησιμοποιούνταν 5,5 εκατ. κότες οι οποίες απέδιδαν 1,5 δισ. αυγά, ενώ σήμερα μιλάμε για 3 εκατ. κότες οι οποίες αποδίδουν 950 εκατ. αυγά. Τα οποία όμως δεν επαρκούν για την εγχώρια κατανάλωση –άμεση ή έμμεση, μέσω των τροφίμων, της ζαχαροπλαστικής κ.λπ.– που ανέρχεται στα 2 εκατ. αυγά, με την κατά κεφαλήν κατανάλωση να διαμορφώνεται στα 140 αυγά.

Κίνα-Βουλγαρία-Ελλάδα, το ταξίδι του μελιού

Αγοράζουν στη Βουλγαρία μέλι που έχει εισαχθεί από την Κίνα με τιμή έως 2 ευρώ το κιλό και έρχονται στην Ελλάδα, το ελληνοποιούν και το πωλούν στο ράφια των καταστημάτων στα 8 ευρώ, όσο δηλαδή κοστίζει –σε τιμές λιανικής– το εγχώριο μέλι, μας καταγγέλλει επιχειρηματίας του κλάδου. Κι ενώ αναγνωρίζει ότι λόγω πιο εντατικών ελέγχων έχει μπει ένα φρένο στις παράνομες ελληνοποιήσεις, υποστηρίζει ότι ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς μέχρι την πλήρη πάταξη του φαινομένου.

Αιγυπτιακή πατάτα… Νάξου

Όργιο αισχροκέρδειας αλλά και παράνομων ελληνοποιήσεων επικρατεί και στην εμπορία πατάτας, επισημαίνει ο Δημήτρης Καπούνης, πρόεδρος της ΕΑΣ Νάξου. Νησιού που φημίζεται για την ποιοτική του πατάτα, αλλά και για τη γραβιέρα που είναι ΠΟΠ.

Αναφερόμενος στην πατάτα Νάξου, η εγχώρια παραγωγή της οποίας φθάνει τα 6 εκατ. κιλά ετησίως, τονίζει ότι έχει δει στην Αθήνα, και συγκεκριμένα σε μανάβικα πέριξ της Ομόνοιας, να πωλείται το ονομαστό προϊόν σε περίοδο που στο νησί οι αποθήκες των παραγωγών έχουν αδειάσει και δεν υπάρχει πατάτα ούτε για δείγμα. Και συγκεκριμένα την περίοδο από Φεβρουάριο μέχρι και Μάιο. Τα ίδια ακριβώς, επισημαίνει, συμβαίνουν και με την πατάτα Νευροκοπίου, που επίσης ξεχωρίζει για την ποιότητά της.

Είναι γνωστό, μας λέει, ότι η πατάτα συγκαταλέγεται στα αγαθά με τις περισσότερες ελληνοποιήσεις, λόγω της υψηλής ζήτησης που έχει το προϊόν από τους καταναλωτές. Εκτιμάται ότι η ετήσια εγχώρια παραγωγή φθάνει τα 100 εκατ. κιλά.

Ο Δ. Καπούνης αναφέρει ότι σχεδόν το 30-40% της πατάτας που διακινείται στην εσωτερική αγορά, αν και έχει βούλα Ελλάδας ή Κύπρου, είναι προελεύσεως Αιγύπτου. Ειδικότερα η «βαφτισμένη» κυπριακή πατάτα είναι κατά 90% αιγυπτιακή.

Έμποροι αλλά και συσκευαστήρια, κατά τον ίδιο, αγοράζουν αιγυπτιακή πατάτα στα 20 λεπτά και στη συνέχεια τη «μοσχοπουλούν» στον καταναλωτή ως ελληνική αντί 80-90 λεπτών. Προκειμένου να μπει ένα τέλος στον «κανιβαλισμό» που δέχεται η πατάτα Νάξου, ο Δ. Καπούνης μας αποκάλυψε ότι προ ημερών ο Συνεταιρισμός εγκαινίασε το δικό του συσκευαστήριο, έτσι ώστε να έχει την πλήρη διαχείριση του προϊόντος.

Ξένα… ψάρια σε ελληνικά δίχτυα

Φαγκρί από το Μαρόκο, το Ομάν και την Τυνησία, μπαρμπούνια από την Ιταλία αλλά και τη Σενεγάλη, συναγρίδες από την Τουρκία, κουτσομούρες από τη Βουλγαρία, μπακαλιάροι από την Αλβανία. Υπάρχουν και ελληνικά, αλλά είναι πολύ λίγα (γαύρος, σαρδέλα).

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι η αγορά έχει γεμίσει εισαγόμενα ψάρια και ο κόσμος τα πληρώνει χρυσάφι νομίζοντας ότι τρώει ελληνικά, μας λέει ιδιοκτήτης ιχθυοπωλείου στα Μεσόγεια. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μεγάλη ζήτηση που υπάρχει ιδίως το καλοκαίρι δεν μπορεί να καλυφθεί από τα ψάρια της παράκτιας αλιείας και έτσι οι εισαγωγές είναι απαραίτητες. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα έχει γύρω στους 12.000 ψαράδες, εκ των οποίων οι 10.000 είναι παράκτιοι. Αυτοί που έχουν όμως μηχανότρατες, γριγρί, δεν είναι όλοι μαζί πάνω από 1.000.

Κι ενώ οι εισαγωγές είναι καθ’ όλα νόμιμες, η παρανομία γίνεται όταν οι έμποροι, εκμεταλλευόμενοι την προτίμηση του Έλληνα καταναλωτή να τρώει ντόπιο ψάρι όλο το χρόνο –η κατά κεφαλήν κατανάλωση φθάνει περίπου τα 15 κιλά–, βάζουν την ελληνική ταμπέλα με σκοπό –τι άλλο;– την αισχροκέρδεια.

Για του λόγου το αληθές, εντυπωσιακά είναι τα παραδείγματα που ακολουθούν: Κουτσομούρα Βουλγαρίας κοστίζει στη χονδρική 8 ευρώ –η ελληνική κοστίζει 15 ευρώ– και πωλείται ως ντόπια από 18 έως 22 ευρώ. Μπακαλιάρος Ισπανίας ή Αλβανίας κοστίζει στη χονδρική 12-13 ευρώ –ο αντίστοιχος ελληνικός κοστίζει από 15 έως 17 ευρώ–, για να αγοραστεί από τον καταναλωτή ως ντόπιος στα 22 ευρώ.

Τα σχόλια είναι κλειστά.