Ειδησεογραφικό site

Γιάννης Ντουνιάς: «Το καλό λαϊκό θα έχει πάντα ένα σπίτι» – Συνέντευξη στο «Καρφί»

458

Της Δέσποινας Καραγιαννοπούλου

«Το παλιό λαϊκό τραγούδι είναι σαν το καλό κρασί. Δεν χάνει το χρώμα και τη γεύση του. Αντίθετα, το λαϊκό τραγούδι του σήμερα είναι πολλά φρου-φρου κι αρώματα, με τον πρώτο λόγο να τον έχει το παρουσιαστικό του ερμηνευτή» δηλώνει στο «Καρφί» ο Γιάννης Ντουνιάς. Ο αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής μάς μίλησε για τις μεγάλες πίστες που δεν του λείπουν καθόλου, για το σεβασμό στον ακροατή-θεατή που πλέον έχει χαθεί, για την οικογένειά του, για την κόρη του που μετακόμισε μόνιμα στην Αυστραλία, αλλά και για τη σημερινή του επαγγελματική παρουσία στο πάλκο της «Αστροφεγγιάς».

Μπορεί να γίνει σύγκριση στο λαϊκό τραγούδι του τότε και του σήμερα; Ξεχωρίζετε κάποιους καλλιτέχνες;
Δεν θα ήθελα να είμαι απόλυτος, αλλά οι μεταξύ τους ομοιότητες είναι τόσο λίγες… που είναι σαν να μην υπάρχουν. Από την άλλη, οι διαφορές τους σε βασικά σημεία είναι αγεφύρωτες. Τα τραγούδια του τότε είχαν βάθος, δεν μίλαγαν μόνο για τον έρωτα, αλλά και για την ξενιτιά, τους ανθρώπους του μόχθου κ.ά. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα τραγουδιούνται, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από πάνω τους.
Τα σημερινά τραγούδια, από την άλλη, μοιάζουν πανομοιότυπα και όλα τους έχουν θέμα την αγάπη. Γι’ αυτό ξεφτίζουν και γρήγορα. Μια εξίσου μεγάλη διαφορά είναι ότι παλιά ο ένας χαιρόταν με την επιτυχία του άλλου, ενώ σήμερα ο ένας δυσανασχετεί όταν κάποιος κάνει μεγαλύτερο σουξέ από τον ίδιο. Υπάρχουν ωστόσο και σήμερα καλοί λαϊκοί ερμηνευτές που ξεχωρίζουν. Εκτός από τον Τερζή και τον Καρρά, που θεωρώ ότι είναι πολύ καλοί στο είδος, μου αρέσουν ο Πλούταρχος και η Πάολα για την ιδιαίτερη χροιά της φωνής τους.

Να φανταστώ ότι ο καλύτερός σας φίλος είναι από το χώρο του τραγουδιού;
Κατά ένα περίεργο τρόπο, ο καλύτερός μου φίλος δεν είναι του σιναφιού. Μολονότι έκανα παρέα με όλους, όπως με τον Στράτο Διονυσίου, τον Μπάμπη Τσετίνη, ποτέ δεν δέθηκα πολύ μαζί τους. Δεν ξέρω γιατί. Κάναμε παρέα λίγο πριν και λίγο μετά το πρόγραμμα, αλλά ως εκεί.

Οι τραγουδιστές τελικά πίνουν πολύ;
Εκείνα τα χρόνια πίναμε αρκετά, αλλά δεν μας… έπινε το ποτό, όπως γίνεται σήμερα. Δεν γινόμασταν λιώμα. Μπορεί να καθόμασταν παρέα μέχρι το πρωί και να πίναμε και να συζητάγαμε για γυναίκες, για ποδόσφαιρο, για πολιτική, για τα πάντα, αλλά φεύγαμε κύριοι! Σήμερα η κατάσταση έχει ξεφύγει, κυρίως στους νέους.

Εκτός όμως από τραγουδιστής, είστε και οικογενειάρχης. Τι ρόλο έπαιξε η οικογένειά σας στην πορεία σας;
Το βασικότερο. Ποτέ δεν αισθάνθηκα τη Βενετία, τη γυναίκα μου, αντίπαλό μου. Ήταν ο σύμμαχός μου και ο άνθρωπος στον οποίο πάντα στηριζόμουν. Αν και άνθρωπος της νύχτας, ήξερα ότι τα πάντα στο σπίτι με τα δύο μου παιδιά –το γιο και την κόρη μου– πήγαιναν ρολόι. Πιστεύω ότι είμαι λιγάκι συντηρητικός και πουριτανός στις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά είμαι και ανοιχτόμυαλος.

Έτσι αφήσατε και την κόρη σας να πάει στην Αυστραλία;
Όταν αποφασίσει η ψυχή για την αγάπη, τα λόγια είναι περιττά. Ήθελε να ακολουθήσει τον έρωτα της ζωής της, ο οποίος ζει και εργάζεται ως αστροφυσικός στην Αυστραλία. Τι θα μπορούσα εγώ να της πω, όταν ξέρω ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι κόλαση; Ευτυχώς, σήμερα υπάρχουν το facebook και το skype και έχουμε καθημερινή επικοινωνία.

Δηλαδή, είστε fan της τεχνολογίας;
Η εποχή μας έχει πολλά στραβά αλλά και καλά, στα οποία δεν θέλω να γυρνάω την πλάτη. Η καινούρια τεχνολογία με βοηθά πολύ και στη δουλειά μου. Πλέον τους στίχους που γράφω τους στέλνω με πολλή ευκολία σε άλλους στιχουργούς, με τους οποίους συνεργάζομαι. Και έτσι ο καθένας κάνει τη δουλειά από το σπίτι του.

Εκτός από τα τραγούδια, με τι άλλο ασχολείστε;
Με τον κήπο μου. Είναι το αγχολυτικό μου, με ηρεμεί όσο τίποτα και, παράλληλα, η οικογένειά μου γεύεται λαχανικά τα οποία ξέρει ότι έχουν καλλιεργηθεί χωρίς φυτοφάρμακα. Παλαιότερα έκανα και καταδύσεις με ψαροντούφεκο, τις οποίες έχω σταματήσει λόγω ηλικίας. Τις συνεχίζει όμως ο γιος μου και έτσι έχουμε πάντα φρέσκο ψαράκι στο σπίτι.

Σας λείπουν οι μεγάλες πίστες;
Καθόλου. Άλλωστε, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα, δεν θα μπορούσα και εγώ να λειτουργήσω. Είναι τεράστιες, απρόσωπες και γεμάτες κόσμο, που πίνει σαν το «άλογο» και ευχαριστιέται να βλέπει τον αγαπημένο του ερμηνευτή με το… «μακαρόνι». Δυστυχώς, νομίζω ότι το καλό λαϊκό τραγούδι μάς τέλεψε. Τον πρώτο λόγο τον έχει πια το παρουσιαστικό του ερμηνευτή. Δεν έχει πια τόσο σημασία η καλή φωνή, αλλά η… συσκευασία που πρέπει να είναι φαντεζί. Και, εκτός του ότι έχω μεγαλώσει, βγάζουν… μάτι τα παραπανίσια μου κιλά!

Εσείς όμως συνεχίζετε να τραγουδάτε επαγγελματικά;
Ναι, αλλά σε ένα μαγαζί που μπορεί να δεχτεί το πολύ 120 άτομα, και όχι 1.000, όπως οι μεγάλες πίστες. Η «Αστροφεγγιά», όπου τραγουδάω μαζί με τον Αντώνη Ρεπάνη, μοιάζει περισσότερο με κουτούκι, είναι μια οικογενειακή κατάσταση. Όλοι αναμεταξύ μας γνωριζόμαστε, είμαστε παρέα. Ακόμη και όταν το πρόγραμμα τελειώσει –μετά από τρεις ώρες–, κάθομαι στα τραπέζια των πελατών να πω καμιά κουβέντα, να τραγουδήσουμε όλοι μαζί και, τελικά, μας παίρνει το πρωί.
Σίγουρα το καλό λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι θα έχει πάντα ένα σπίτι, γιατί βρίσκεται στην καρδιά των ανθρώπων. Το σπίτι αυτό όμως δεν θα είναι οι μεγάλες πίστες, αλλά τα μικρομάγαζα και τα κουτούκια. Από την άλλη, με στεναχωρεί το γεγονός ότι στα μάτια του καθενός φαίνεται πια ολοκάθαρα ότι η διασκέδαση ως προσωπικό «θέλω» έχει πάρει την κάτω βόλτα. Όλοι μιλάνε για τις υποχρεώσεις που έχουν και πώς θα τα βγάλουν πέρα. Δεν ξέρω τι κάνουν οι μεγάλες πίστες για να βοηθήσουν τον κόσμο να μην χάσει τη διασκέδασή του, αλλά τα μικρομάγαζα στέκονται δίπλα του με χαμηλές τιμές.

Γιάννης Ντουνιάς: «Το καλό λαϊκό θα έχει πάντα ένα σπίτι» – Συνέντευξη στο «Καρφί»

Της Δέσποινας Καραγιαννοπούλου

«Το παλιό λαϊκό τραγούδι είναι σαν το καλό κρασί. Δεν χάνει το χρώμα και τη γεύση του. Αντίθετα, το λαϊκό τραγούδι του σήμερα είναι πολλά φρου-φρου κι αρώματα, με τον πρώτο λόγο να τον έχει το παρουσιαστικό του ερμηνευτή» δηλώνει στο «Καρφί» ο Γιάννης Ντουνιάς. Ο αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής μάς μίλησε για τις μεγάλες πίστες που δεν του λείπουν καθόλου, για το σεβασμό στον ακροατή-θεατή που πλέον έχει χαθεί, για την οικογένειά του, για την κόρη του που μετακόμισε μόνιμα στην Αυστραλία, αλλά και για τη σημερινή του επαγγελματική παρουσία στο πάλκο της «Αστροφεγγιάς».

Μπορεί να γίνει σύγκριση στο λαϊκό τραγούδι του τότε και του σήμερα; Ξεχωρίζετε κάποιους καλλιτέχνες;
Δεν θα ήθελα να είμαι απόλυτος, αλλά οι μεταξύ τους ομοιότητες είναι τόσο λίγες… που είναι σαν να μην υπάρχουν. Από την άλλη, οι διαφορές τους σε βασικά σημεία είναι αγεφύρωτες. Τα τραγούδια του τότε είχαν βάθος, δεν μίλαγαν μόνο για τον έρωτα, αλλά και για την ξενιτιά, τους ανθρώπους του μόχθου κ.ά. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα τραγουδιούνται, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από πάνω τους.
Τα σημερινά τραγούδια, από την άλλη, μοιάζουν πανομοιότυπα και όλα τους έχουν θέμα την αγάπη. Γι’ αυτό ξεφτίζουν και γρήγορα. Μια εξίσου μεγάλη διαφορά είναι ότι παλιά ο ένας χαιρόταν με την επιτυχία του άλλου, ενώ σήμερα ο ένας δυσανασχετεί όταν κάποιος κάνει μεγαλύτερο σουξέ από τον ίδιο. Υπάρχουν ωστόσο και σήμερα καλοί λαϊκοί ερμηνευτές που ξεχωρίζουν. Εκτός από τον Τερζή και τον Καρρά, που θεωρώ ότι είναι πολύ καλοί στο είδος, μου αρέσουν ο Πλούταρχος και η Πάολα για την ιδιαίτερη χροιά της φωνής τους.

Να φανταστώ ότι ο καλύτερός σας φίλος είναι από το χώρο του τραγουδιού;
Κατά ένα περίεργο τρόπο, ο καλύτερός μου φίλος δεν είναι του σιναφιού. Μολονότι έκανα παρέα με όλους, όπως με τον Στράτο Διονυσίου, τον Μπάμπη Τσετίνη, ποτέ δεν δέθηκα πολύ μαζί τους. Δεν ξέρω γιατί. Κάναμε παρέα λίγο πριν και λίγο μετά το πρόγραμμα, αλλά ως εκεί.

Οι τραγουδιστές τελικά πίνουν πολύ;
Εκείνα τα χρόνια πίναμε αρκετά, αλλά δεν μας… έπινε το ποτό, όπως γίνεται σήμερα. Δεν γινόμασταν λιώμα. Μπορεί να καθόμασταν παρέα μέχρι το πρωί και να πίναμε και να συζητάγαμε για γυναίκες, για ποδόσφαιρο, για πολιτική, για τα πάντα, αλλά φεύγαμε κύριοι! Σήμερα η κατάσταση έχει ξεφύγει, κυρίως στους νέους.

Εκτός όμως από τραγουδιστής, είστε και οικογενειάρχης. Τι ρόλο έπαιξε η οικογένειά σας στην πορεία σας;
Το βασικότερο. Ποτέ δεν αισθάνθηκα τη Βενετία, τη γυναίκα μου, αντίπαλό μου. Ήταν ο σύμμαχός μου και ο άνθρωπος στον οποίο πάντα στηριζόμουν. Αν και άνθρωπος της νύχτας, ήξερα ότι τα πάντα στο σπίτι με τα δύο μου παιδιά –το γιο και την κόρη μου– πήγαιναν ρολόι. Πιστεύω ότι είμαι λιγάκι συντηρητικός και πουριτανός στις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά είμαι και ανοιχτόμυαλος.

Έτσι αφήσατε και την κόρη σας να πάει στην Αυστραλία;
Όταν αποφασίσει η ψυχή για την αγάπη, τα λόγια είναι περιττά. Ήθελε να ακολουθήσει τον έρωτα της ζωής της, ο οποίος ζει και εργάζεται ως αστροφυσικός στην Αυστραλία. Τι θα μπορούσα εγώ να της πω, όταν ξέρω ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι κόλαση; Ευτυχώς, σήμερα υπάρχουν το facebook και το skype και έχουμε καθημερινή επικοινωνία.

Δηλαδή, είστε fan της τεχνολογίας;
Η εποχή μας έχει πολλά στραβά αλλά και καλά, στα οποία δεν θέλω να γυρνάω την πλάτη. Η καινούρια τεχνολογία με βοηθά πολύ και στη δουλειά μου. Πλέον τους στίχους που γράφω τους στέλνω με πολλή ευκολία σε άλλους στιχουργούς, με τους οποίους συνεργάζομαι. Και έτσι ο καθένας κάνει τη δουλειά από το σπίτι του.

Εκτός από τα τραγούδια, με τι άλλο ασχολείστε;
Με τον κήπο μου. Είναι το αγχολυτικό μου, με ηρεμεί όσο τίποτα και, παράλληλα, η οικογένειά μου γεύεται λαχανικά τα οποία ξέρει ότι έχουν καλλιεργηθεί χωρίς φυτοφάρμακα. Παλαιότερα έκανα και καταδύσεις με ψαροντούφεκο, τις οποίες έχω σταματήσει λόγω ηλικίας. Τις συνεχίζει όμως ο γιος μου και έτσι έχουμε πάντα φρέσκο ψαράκι στο σπίτι.

Σας λείπουν οι μεγάλες πίστες;
Καθόλου. Άλλωστε, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα, δεν θα μπορούσα και εγώ να λειτουργήσω. Είναι τεράστιες, απρόσωπες και γεμάτες κόσμο, που πίνει σαν το «άλογο» και ευχαριστιέται να βλέπει τον αγαπημένο του ερμηνευτή με το… «μακαρόνι». Δυστυχώς, νομίζω ότι το καλό λαϊκό τραγούδι μάς τέλεψε. Τον πρώτο λόγο τον έχει πια το παρουσιαστικό του ερμηνευτή. Δεν έχει πια τόσο σημασία η καλή φωνή, αλλά η… συσκευασία που πρέπει να είναι φαντεζί. Και, εκτός του ότι έχω μεγαλώσει, βγάζουν… μάτι τα παραπανίσια μου κιλά!

Εσείς όμως συνεχίζετε να τραγουδάτε επαγγελματικά;
Ναι, αλλά σε ένα μαγαζί που μπορεί να δεχτεί το πολύ 120 άτομα, και όχι 1.000, όπως οι μεγάλες πίστες. Η «Αστροφεγγιά», όπου τραγουδάω μαζί με τον Αντώνη Ρεπάνη, μοιάζει περισσότερο με κουτούκι, είναι μια οικογενειακή κατάσταση. Όλοι αναμεταξύ μας γνωριζόμαστε, είμαστε παρέα. Ακόμη και όταν το πρόγραμμα τελειώσει –μετά από τρεις ώρες–, κάθομαι στα τραπέζια των πελατών να πω καμιά κουβέντα, να τραγουδήσουμε όλοι μαζί και, τελικά, μας παίρνει το πρωί.
Σίγουρα το καλό λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι θα έχει πάντα ένα σπίτι, γιατί βρίσκεται στην καρδιά των ανθρώπων. Το σπίτι αυτό όμως δεν θα είναι οι μεγάλες πίστες, αλλά τα μικρομάγαζα και τα κουτούκια. Από την άλλη, με στεναχωρεί το γεγονός ότι στα μάτια του καθενός φαίνεται πια ολοκάθαρα ότι η διασκέδαση ως προσωπικό «θέλω» έχει πάρει την κάτω βόλτα. Όλοι μιλάνε για τις υποχρεώσεις που έχουν και πώς θα τα βγάλουν πέρα. Δεν ξέρω τι κάνουν οι μεγάλες πίστες για να βοηθήσουν τον κόσμο να μην χάσει τη διασκέδασή του, αλλά τα μικρομάγαζα στέκονται δίπλα του με χαμηλές τιμές.

Τα σχόλια είναι κλειστά.