Ειδησεογραφικό site

Αποκαλύψεις για τους έρωτες του Ανδρέα δια χειρός Μαργαρίτας Παπανδρέου

180

 

Κανείς δεν ξέρει αν η Μαργαρίτα Παπανδρέου έγραψε την αυτοβιογραφία της για να πάρει ρεβάνς από όσα την ταλαιπώρησαν, να αντιπαρατεθεί με το φάντασμα του Ανδρέα που δείχνει να τη στοιχειώνει ακόμα, ή να δείξει το έργο που άφησε τον καιρό της ενασχόλησής της με τα κοινά. Το σίγουρο είναι ότι το βιβλίο «Ερωτας και εξουσία» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη περιλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να ικανοποιήσουν ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη: κρυφούς έρωτες, πολιτικά παρασκήνια, προσωπικές εξομολογήσεις και το μάτι κολλημένο στην κλειδαρότρυπα για όσα συνέβαιναν στην πιο ιστορική πολιτική οικογένεια της Ελλάδας.

Επιτρέποντας στους περίεργους να μάθουν τι ακριβώς συνέβαινε πίσω από τις κλειδωμένες κάμαρες, η Παπανδρέου ικανοποιεί ακόμα και την πιο αδηφάγο περιέργεια. Από τις σελίδες που η ίδια γράφει -και που μεταφράζει η νύφη της Μαριάνθη Αλεξίου- δεν λείπει καμία καυτή λεπτομέρεια, όπως πώς ακριβώς ένιωσε όταν είδε την «αεροσυνοδό» -όπως αποκαλεί τη Δήμητρα Λιάνη σε όλο το βιβλίο- να κατεβαίνει τις σκάλες του αεροσκάφους, πώς αντιλαμβανόταν κάθε φορά ότι ο άνδρας της έχει εμπλακεί σε εξωσυζυγική σχέση, η αντιπαράθεσή της με τους ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ, αλλά και ότι η ίδια δεν αρνήθηκε να υποκύψει σε ερωτική παρασπονδία, όταν η σχέση τους περνούσε κρίση, με τον άγνωστο και μοιραίο «Πιερ».


H Χειραψία Μαργαρίτας Παπανδρέου, Δήμητρας Λιάνη στο 6ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 2001

Κυρίως όμως στο βιβλίο επιμένει ότι αυτό που την ενδιέφερε ήταν το φεμινιστικό κίνημα σε περιόδους που κάτι τέτοιο αντιμετωπιζόταν με μεγάλη προκατάληψη στην Ελλάδα, ιδρύοντας την περίφημη ΕΓΕ (Ενωση Γυναικών Ελλάδος). «Οταν δεν με στοίχειωναν τα μαύρα σύννεφα που σχηματίζονταν πάνω από την προσωπική μου ζωή, ασχολούμουν με τη δουλειά μου για το γυναικείο και ειρηνευτικό κίνημα», γράφει χαρακτηριστικά και αυτή είναι τελικά η ουσία αυτού του βιβλίου: να μιλήσει για τον εαυτό της ως η γυναίκα Μαργαρίτα, ως αυτή που ερωτεύτηκε με πάθος, που πολέμησε για τα δικαιώματα των γυναικών, που δεν ξέχασε ποτέ ότι η γυναικεία ταυτότητα χαρακτηρίζει τις πράξεις, τις επιλογές και τα πάθη της – εγείροντας ωστόσο θύελλες αντιδράσεων στις οποίες αναφέρεται αναλυτικά. Εντύπωση προκαλεί ωστόσο η απουσία πολιτικής ανάλυσης ή οποιασδήποτε τέτοιας προσέγγισης για γεγονότα που συντάραξαν την Ελλάδα και τον κόσμο. Αντίθετα αφθονούν οι αναλύσεις για γυναίκες πολιτικών που έγραψαν ιστορία, κάτι που αποδεικνύει ότι τελικά ο σκοπός συγγραφής του βιβλίου ήταν για να αναδειχθεί μία και μοναδική ταυτότητα: αυτή της γυναίκας -όχι του πολιτικού Ανδρέα, ούτε του κόμματος, ούτε των πολιτικών γεγονότων- Μαργαρίτας Παπανδρέου.


Το περίφημο νεύμα του Ανδρέα στη Δήμητρα Λιάνη κατά την επιστροφή του από το Χέρφιλντ τον Οκτώβριο του 1988

Κανείς δεν καταλαβαίνει ωστόσο πώς είναι δυνατόν η ίδια να επιμένει ότι ήταν ενήμερη για τις εξωσυζυγικές σχέσεις του συζύγου της, αλλά και για τον δεσμό του με τη Λιάνη, και να τις προσπερνά σε αρκετές περιπτώσεις με ευκολία. Ενδεχομένως να μην ήθελε να επιμείνει, όπως παραδέχεται, σε πράγματα που την πονάνε. Οπως γράφει και ο γιος της Νίκος Παπανδρέου στην εισαγωγή του: «Η Μαργαρίτα -για όσους τη γνωρίζουν- είναι άτομο ικανό να μην πάρει στα σοβαρά τα δικά της προσωπικά διλήμματα, τα δικά της κουσούρια. Το χαρακτηριστικό αυτό την υποχρεώνει να βγει έξω από τον εαυτό της, ώστε να μπορεί να διασκεδάσει με τα κουσούρια της. Φορές φορές, πιστεύω ότι το παράκανε με την αποστασιοποίησή της και την αντικειμενικότητα με την οποία χειρίστηκε τον δύσκολο χωρισμό από τον σύζυγό της».

«Σειριακός άνδρας»

Η Μαργαρίτα φαίνεται ότι αποδεχόταν ή μάλλον ανεχόταν τις περιπέτειες του άνδρα της στις διάφορες εξωσυζυγικές κλίνες. Το πρώτο, σημαδιακό ξεστράτισμα οδήγησε μάλιστα σε απόγονο – τη γνωστή κόρη του στη Σουηδία. «Ο Ανδρέας είχε ξεστρατίσει, προσπαθώντας, πιστεύω, να αποδείξει τον ανδρισμό του αλλά χωρίς προφύλαξη. Πρέπει να είμαι δίκαιη εδώ: είμαι σίγουρη πως ο εγκλεισμός στη φυλακή είναι μια διαδικασία ευνουχισμού» (!) γράφει χαρακτηριστικά.

Γι’ αυτό και είχε αποκτήσει… ειδικότητα στο να εντοπίζει τα ξεστρατίσματα: «Το να ανακαλύπτω τις σχέσεις του Ανδρέα ήταν κάτι το ξεχωριστό – με κάποιον διεστραμμένο τρόπο. Κυρίως το κομμάτι του “ντετέκτιβ” όπου έβαζα μαζί όλα τα στοιχεία για να σχηματίσω την εικόνα. Είχα γίνει πλέον εξπέρ, αν και με βοηθούσε πολύ και ο Ανδρέας. Ηταν πολύ διάφανος αλλά και πρόθυμος να μιλήσει». Μάλιστα με αυτές τις παραπανίσιες δόσεις αγγλισμού που υπάρχουν στο βιβλίο δεν διστάζει να χαρακτηρίζει τον σύζυγό της «σειριακό άνδρα»: «Θέλει να ερωτεύεται διαρκώς, να βιώνει την ερωτική, ρομαντική φάση. Για τους άντρες που έχουν εξιδανικεύσει τις γυναίκες ή αμφιβάλλουν για τις σεξουαλικές τους ικανότητες, που συνδέουν τον ανδρισμό τους με τη σεξουαλική πρόοδο, φαίνεται πως διαρκώς νέες γυναίκες είναι σημαντικές. Μόλις η σχέση ξεθωριάσει, θα ξεκινήσει η αναζήτηση για την επόμενη».


Μινεσότα 1953. Ο Ανδρέας με τον Γιώργο αγκαλιά και την Μαργαρίτα

Ωστόσο, τα προβλήματα στη σχέση τους δεν εντοπίζονται τόσο στα ερωτικά ατοπήματα του ανδρός, ούτε στον «ελληνικό» σοβινισμό του – ένα φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται εκτενώς, όπως και στην ανταγωνιστική σχέση που παραδέχεται πως διατηρούσε με τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Ηξερα πως ο Ανδρέας δεν χαιρόταν με όλη την προσοχή που συγκέντρωνα. Η αρχέγονη ανάγκη του αρσενικού για κυριαρχία, για πρωτοκαθεδρία, σίγουρα ανθούσε στην ελληνική ψυχή του. Κι εγώ, ως σύζυγος του Νούμερο Ενα δεν ήμουν αυτό που είχε διαταχθεί από τον Θεό, απ’ όλους τους θεούς: μια υπάκουη σύζυγος και μητέρα, προστάτης του σπιτιού και της οικογένειας. Σαν σιωπηλή και υποταγμένη σύζυγος πολιτικού είχα πολύ κακό βαθμό. Το ιδανικό μου ήταν ισότιμη σχέση στις πολιτικές μας προσπάθειες και επί πολλά χρόνια λειτουργούσαμε με αυτό τον τρόπο».

Το εξωτικό ταξίδι

Αυτό σημαίνει ότι όσο εκείνη δραστηριοποιούνταν και έπαιρνε πρωτοβουλίες για τον φεμινισμό, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο και συμβάλλοντας στη διοργάνωση παγκόσμιων συνεδρίων, εκείνος χάραζε τη δική του γραμμή -και ζωή- ως πρωθυπουργός της χώρας. Κι ενώ τα κρίσιμα πολιτικά γεγονότα παραλείπονται, αποκαλύπτονται στις λεπτομέρειες όλα τα στάδια της εξωσυζυγικής του σχέσης με τη Δήμητρα Λιάνη – την αποκαλούμενη «αεροσυνοδό». Σε πολλές περιπτώσεις η Μαργαρίτα Παπανδρέου παραδέχεται ότι είχε έρθει αντιμέτωπη με την ανταγωνίστριά της, από την αρχή της σχέσης, όπως σε μια πτήση με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο. Εκεί είναι που αποφάσισε η Μαργαρίτα να ζητήσει το τηλέφωνό της: «“Θα ήθελα να σου μιλήσω”, της είπα. “Για ποιο πράγμα;”, η ερώτηση έγινε με μια νότα σαρκασμού στη φωνή της.


Η Μαργαρίτα σε νεαρή ηλικία

“Είναι προσωπικό. Θέλω το τηλέφωνό σου για να κλείσουμε ραντεβού”. Μου το έδωσε υπάκουα». Η «αεροσυνοδός» δεν δίστασε μάλιστα να προσφέρει στο πρωθυπουργικό ζεύγος σαμπάνια με ξεκούμπωτο το πουκάμισο ώστε να φαίνονται τα στήθη της: «Σαμπάνια; Ναι, σκέφτηκα, για να κάνω με το μπουκάλι της ένα βαρύ τατουάζ στο κρανίο και των δυο σας». Το μόνο πράγμα που της έφτιαξε τη διάθεση εκείνο το διάστημα ήταν όταν έμαθε «πως κάποιος στην Ελλάδα είχε δώσει σ’ ένα άλογο -ή μήπως ήταν γαϊδούρι;- το όνομα της αεροσυνοδού, χρησιμοποιώντας το παρατσούκλι της, “Μιμή”».

Εντύπωση προκαλούν οι λεπτομερείς και γλαφυρές περιγραφές, όπως σε εκείνο το εξωτικό ταξίδι που είχαν κάνει με όλο το πρωθυπουργικό συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένης της «αεροσυνοδού». Κοιτώντας τότε από το παράθυρο του ξενοδοχείου η Μαργαρίτα
συνειδητοποίησε πως: «Υπήρχαν τουλάχιστον δέκα φιγούρες σε κύκλο γύρω από τον Ανδρέα, χοροπηδώντας δίπλα στην ακτή. Αναγνώρισα τον Υπουργό Εξωτερικών, Κάρολο Παπούλια, και άνδρες από το πλήρωμα της Ολυμπιακής. Είδα και μια Αμαζόνα σαν γυναικεία σιλουέτα που χοροπηδούσε γύρω από τον Ανδρέα. Θα έπεφτε με την πλάτη της στο νερό, με τα στήθη προτεταμένα σαν βουνά από ζελέ και τα πόδια της στην κυριολεξία γύρω από τον Ανδρέα. Είχα την εντύπωση πως ο ίδιος δεν ενθάρρυνε αυτούς τους θεατρινισμούς. Συνέχιζε να απομακρύνεται κολυμπώντας. Καθώς έβλεπα αυτή την παράσταση με ένα κράμα περιέργειας και αηδίας, μπήκε στο δωμάτιο η Αγγέλα. Τη ρώτησα αν είχε προσέξει πως η αεροσυνοδός “κολλούσε” στο “αφεντικό”. Και εννοούσα γενικά, όχι μόνο στα αισθησιακά κύματα του Ειρηνικού. Της είπα να ρίξει μια ματιά στο τι γινόταν στην παραλία. Με κοίταξε με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπό της, εξετάζοντάς με, ίσως προσπαθώντας να με καταλάβει. “Δεν χρειάζεται να κοιτάξω”, αποκρίθηκε. “Τώρα το κατάλαβες;” Μου έλεγε πως αναπτυσσόταν μια σχέση, ή είχε αναπτυχθεί, μεταξύ του συζύγου μου και της αεροσυνοδού, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες μου».

Από τους ελάχιστους υποστηρικτές της Μαργαρίτας Παπανδρέου, αναφορικά με τον παράνομο δεσμό, εκτός από το ζεύγος Μελίνα Μερκούρη και Ζυλ Ντασσέν με τους οποίους είχε αναπτύξει στενή φιλία, ήταν ο Γιώργος Κατσιφάρας, ο οποίος πίστευε ότι ο δεσμός θα του κάνει κακό, θα του καταστρέψει την καριέρα: «Η αεροσυνοδός μιλούσε πλέον ανοιχτά για τη σχέση της με τον πρωθυπουργό. Ο ίδιος πίστευε πως ήθελε να προκαλέσει μια αντίδραση από την πλευρά μου ή ίσως να κάνει τη σχέση να μοιάζει με fait accompli. Ηταν σίγουρος πως η κατάσταση θα έσκαγε από στιγμή σε στιγμή στο πρόσωπο του Ανδρέα και πως κατέστρεφε την πολιτική του καριέρα. Ο ίδιος ο Γιώργος ήταν γυναικάς, αλλά παρέμενε ανύπαντρος. Ηταν εναντίον όσων έκανε ο Ανδρέας και είπε πως σκόπευε να του μιλήσει».

Πιερ: Ο μοιραίος εραστής

Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας κανείς τις υπερβολικές περιγραφές για τον μοιραίο άνδρα που εισέβαλε στη ζωή της Μαργαρίτας Παπανδρέου σε μια πτήση, για τον «υψηλόβαθμο αξιωματούχο του γαλλικού στρατού στο ΝΑΤΟ, που έδινε διαλέξεις για το Ευρωπαϊκό Κίνημα Ειρήνης ως μέλος μιας περιβαλλοντικής οργάνωσης», δυσκολεύεται να πιστέψει ότι αναφέρεται σε πραγματικό πρόσωπο και όχι στις ανάγκες μιας μυθοπλασίας. Εκτός από το ότι έμοιαζε με τον Κάρι Γκραντ και είχε θεληματικό πιγούνι, ο Πιερ «αγαπούσε το κολύμπι (διάνα!), την ιστιοπλοΐα (εντάξει) και τις καταδύσεις (όχι για μένα)», την πήγαινε βόλτες με την άμαξα, ήταν τζέντλεμαν, την ψυχανάλυε και ενδιαφερόταν για τις φεμινιστικές της ανησυχίες. Too good to be true, θα έλεγαν στη γλώσσα της – ίσως πάλι αυτός ο άγνωστος μοιραίος άντρας να τη βοήθησε πραγματικά να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες μιας ζωής βγαλμένης, λες, από μυθιστόρημα. Εντονες ήταν οι στιγμές που η Μάργκαρετ Παπανδρέου συγκρουόταν για το κατά πόσο έπρεπε τελικά να ενδώσει στο ανελέητο φλερτ του ανδρός, όπως εκείνη τη μοιραία νύχτα: «Λιγότερο ποιητικά έβλεπα αυτό το γυάλινο ερωτηματικό και την ίδια στιγμή αναρωτιόμουν πώς θα ήταν γυμνός. Προσπάθησα να θυμηθώ αν είχα κάνει ποτέ έρωτα με κάποιον μεγαλόσωμο, γυμνό άντρα», περιγραφή που σε κάνει να απορείς δεδομένου ότι ο Παπανδρέου ήταν ψηλός άντρας. «Καθώς έψαχνα μέσα στη λίστα των σεξουαλικών μου επαφών, η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε, και κατευθυνθήκαμε προς το δωμάτιό μου. Μια μεγαλύτερη φίλη μου, που μου έδινε συμβουλές όταν ήμουν νεότερη, είχε δηλώσει πως “Οι άντρες είναι μηχανές του σεξ. Και ενδιαφέρονται μόνο για ένα πράγμα”. Δεν είχα κάνει έρωτα τόσο καιρό, που νόμιζα πως ενδιαφερόμουν “μόνο γι’ αυτό το ένα πράγμα”. Οσο πιο πολύ απείχα πάντως, τόσο πιο πολύ μου φαινόταν άσεμνο, μια όλο περιέργεια ζωώδης δραστηριότητα που κάνει δυο κανονικά, καθωσπρέπει άτομα να αρπάζουν με τα νύχια και να γρατζουνίζουν, με τα πόδια ανοιχτά και τα κορμιά τους κυρτά, φωνάζοντας και αγκομαχώντας».

Βέβαια σε αντίθεση με τις ερωτικές λεπτομέρειες και τα ειδύλλια που υπάρχουν σε αφθονία στο βιβλίο, τα πολιτικά γεγονότα που καταγράφονται κατά κύριο λόγο έχουν να κάνουν με τις πρωτοβουλίες που αναλάμβανε – και τις γνωριμίες της Μάργκαρετ Παπανδρέου στο εξωτερικό. Παραδέχεται όμως ότι στο εσωτερικό: «Πολύ γρήγορα έγινα στόχος κριτικής. Στην αρχή επειδή τόλμησα να ιδρύσω μια γυναικεία οργάνωση που δεν υπαγόταν στο ΠΑΣΟΚ. Οι επιθέσεις εναντίον μου ήταν χοντροκομμένες, παιδαριώδεις και κυρίως πατριαρχικές».

Παραδέχεται ότι πολλοί υπουργοί στο εσωτερικό ήταν πιστοί και αμετανόητοι φίλοι του Ανδρέα -όπως ο Μένιος Κουτσόγιωργας στον οποίο αναφέρεται ανελλιπώς- ενώ άλλοι υπήρχαν, όπως η ίδια επιμένει, για να διαστρεβλώνουν τις δηλώσεις του, όπως ο Γιάννης Ρουμπάτης (που, σημειωτέον, ανέλαβε και διοικητής της ΕΥΠ επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ). Είναι αυτός που είχε σπεύσει να βγάλει την ανακοίνωση ότι η Μαργαρίτα Παπανδρέου είναι «απλός πολίτης» -προτού βγάλει το διαζύγιο- αναφερόμενος σε μια σειρά από πρωτοβουλίες της που δεν τύγχαναν της έγκρισης του κόμματος αλλά και του ίδιου του Παπανδρέου: «Πιο πολύ είχα αποφασίσει να μην πεταχτώ στον κάλαθο των αχρήστων από μια μαφία αρσενικών σοβινιστών. Αν ήμαστε στον 18ο αιώνα, θα με είχαν αποκεφαλίσει όπως τη Μαρία Αντουανέττα. Τώρα είμαστε σε διαφορετική εποχή, και χρησιμοποιούνταν άλλες μέθοδοι διαμελισμού μου», γράφει η Μαργαρίτα πιστεύοντας ότι αυτοί που επηρέαζαν τον Ανδρέα τότε, εκτός από την «αεροσυνοδό», ήταν ένας στενός κύκλος ανθρώπων που είχαν τοποθετηθεί στο πρωθυπουργικό γραφείο. Μια σειρά από καταστάσεις την είχαν πληγώσει βαθιά.


Η αληθεία για τους έρωτες του Ανδρέα

Επιδιώκοντας, πιθανόν, μια καθυστερημένη ρεβάνς που θα επικύρωνε τη ρήση ότι «πίσω από έναν σπουδαίο άνδρα κρύβεται πάντα μια σπουδαία γυναίκα», η Μαργαρίτα καταγράφει στο βιβλίο της τα πικρόχολα βιώματα και τις απογοητεύσεις μιας συμβίωσης 38 ετών, επιχειρώντας με τον τρόπο της μία ακόμη ταφή της μνήμης του Ανδρέα

Ηταν μια γλυκιά φθινοπωρινή νύχτα πλάι στη σμαραγδένια πισίνα και τον δροσερό ευρύχωρο κήπο όπου η οικοδέσποινα υποδεχόταν τους καλεσμένους της με φαρδύ τζιν παντελόνι, καρό πουκάμισο, γιλέκο και καουμπόικο καπέλο, αλλά αντί για δερμάτινες μπότες φορούσε άνετα αθλητικά παπούτσια, ως μια πινελιά αντίστιξης της φεμινιστικής κουλτούρας από την τύπου ροντέο αμφίεσή της. Παρά το συντριπτικό βάρος της ηλικίας της αντανακλούσε ανάλαφρα φρεσκάδα και σιγουριά για τον εαυτό της, επιβεβαιώνοντας σχεδόν την επίκληση στον Φάουστ του Γκαίτε που λέει «κάνε να ζωντανέψει πάλι η δύναμη που είχα να μισώ και ν’ αγαπάω». Την ακμαιότητα, την αντοχή, αλλά κυρίως την πνευματική της διαύγεια, άλλωστε, την είχαν διαπιστώσει και οι περίοικοι όταν την έβλεπαν κάθε καλοκαίρι να βγαίνει βόλτα το σούρουπο και να παραγγέλνει με τα σπαστά -ύστερα από 50 χρόνια παραμονής στη χώρα- ελληνικά της, μία, άντε δύο βότκες στα καφέ της παραλιακής.

Οπως έλεγε γι’ αυτήν παλαιός ποδοσφαιριστής της ομάδας της Κορίνθου, νυν ιδιοκτήτης κομψού μπαρ στην περιοχή της βοτσαλωτής ακροθαλασσιάς κοντά στο κτήμα: «Η Μαργαρίτα; Μικροαστάθεια στο βάδισμα, αλλά από μυαλό ξυράφι!». Την ίδια σπινθηροβόλα διάθεση έδειχνε και στο δικό της birthday party εκείνης της αφρώδους βραδιάς. Αφού αναγνώστηκε το συγχαρητήριο τηλεγράφημα για την επέτειό της από τον πρώην πλανητάρχη Μπιλ Κλίντον, η εορτάζουσα πήρε το μικρόφωνο της ορχήστρας και, προς έκπληξη των περίπου δύο εκατοντάδων προσκεκλημένων της, τραγούδησε! Με εύθραυστη φωνή, μισόκλειστα μάτια και άψογη προφορά της πατρίδας της, ερμήνευσε ρομαντικά -σύμφωνα με τους πιο ψαγμένους μουσικά παρευρισκομένους- το πολυτραγουδισμένο κάντρι μοτίβο του ’60 «Make the world go away / And get it off my shoulders» («Κάνε τον κόσμο να φύγει μακριά / Και πάρ’ τον από τους ώμους μου»).


«Αν είχαμε παραμείνει στην Αμερική, ο πολιτικός θα ήμουν εγώ»

Σε αντίθεση με τους μελαγχολικούς στίχους, ωστόσο, δεν ήταν εύκολο για την ίδια να ξεφορτωθεί έναν ολόκληρο δικό της, πολυτάραχο κόσμο. Η πανύψηλη και καστανή προτού γίνει πυρόξανθη Μάγκι από το Ελμχερστ, η μεγαλύτερη από τις πέντε κόρες του ζεύγους Ντάγκλας και Χούλντα Τσαντ, με αγγλικές και γερμανοελβετικές ρίζες εκατέρωθεν, είχε διανύσει τα 9/10 ενός αιώνα περιπετειώδους ζωής με θαυμαστή ανέλιξη. Από δραστήριο κορίτσι σε δουλειές του ποδαριού, στην πολιτικοποιημένη με πανεπιστημιακό πτυχίο δεσποινίδα των μεσοδυτικών πολιτειών του Ιλινόις και της Μινεσότας. Και από εκεί στην Ελλάδα όπου ως Μαργαρίτα Παπανδρέου πλέον διατέλεσε νύφη, σύζυγος και μητέρα Ελλήνων πρωθυπουργών. Διόλου αμελητέο επίτευγμα για μια κοπέλα από ένα εργατικό προάστιο του δυτικού Σικάγο.

Ενα κατόρθωμα ικανό να αποτυπωθεί σε βιβλίο, σενάριο, ντοκιμαντέρ ή ταινία ως η τιτάνια επιβεβαίωση του Αμερικάνικου Ονείρου και εκτός των συνόρων των ΗΠΑ. Γι’ αυτό ίσως, μόλις τελείωσε το τραγούδι της, ανακοίνωσε ότι έγραφε βιβλίο με τίτλο «Political Woman», το οποίο θα εκδίδετο και θα κυκλοφορούσε πρώτα στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ελλάδα. Ετσι κι αλλιώς η Μαργαρίτα δεν έγραφε στα ελληνικά, αλλά το συγγραφικό της απωθημένο ήταν τόσο ισχυρό όσο και το πολιτικό της ταμπεραμέντο, το οποίο την είχε οδηγήσει να δηλώσει στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» στα 80s ότι «αν είχαμε παραμείνει στην Αμερική, ο πολιτικός θα ήμουν εγώ». Εννοώντας, ενδεχομένως, ότι ο σύζυγός της Ανδρέας ήταν «bon pour l’Οrient».

Πριν από τρία χρόνια, τέλη Σεπτεμβρίου, η παραλία της Κάτω Αλμυρής στην Κορινθία γνώριζε ασυνήθιστη, για τέλος θερινής σεζόν, βραδινή κίνηση. Στο «Κτήμα Μαργαρίτα» -που «φιλοξενεί κάθε κοινωνική και επαγγελματική εκδήλωση»- η ιδιοκτήτριά του Μαργαρίτα Παπανδρέου γιόρταζε τα γενέθλια των 90 χρόνων της. 

Στην πραγματικότητα το σύγγραμμά της θα ήταν το τρίτο κατά σειρά. Φημολογείται ότι η πρώτη της συγγραφική απόπειρα είχε γίνει στις αρχές των 60s στην Ελλάδα. Τότε, όμως, ο πατέρας του Ανδρέα, Γεώργιος, γνωστός ως «Γέρος της Δημοκρατίας», λέγεται ότι αρνήθηκε την έκδοσή του επειδή η νύφη του περιέγραφε τον εαυτό της ως κάτι ανάμεσα σε κληρονόμο μιας δυναστείας και εκκολαπτόμενη πρώτη κυρία στο ακτιβιστικό στυλ μιας Ελινορ Ρούσβελτ ανάμεικτο με το κοσμοπολίτικο ύφος μιας Τζάκι Κένεντι. Το 1970, πάντως, επί εξορίας του Ανδρέα από τη δικτατορία, εξεδόθη στη Νέα Υόρκη από τον οίκο Prentice Hall το πρώτο της συγγραφικό πόνημα, το «Papandreou, Margaret Chant. Nightmare in Athens» – ένα βιβλίο 500 σελίδων που μεταφράστηκε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση με τον τίτλο «Εφιάλτης στην Αθήνα». Ωστόσο, η τωρινή της απόφαση για ένα νέο βιβλίο λέγεται ότι δεν συνάντησε την πρόθυμη ομοθυμία των μελών της οικογένειάς της.

Δευτερευόντως, επειδή οι άλλες δύο πρώην σύζυγοι του Ανδρέα, τόσο η Χριστίνα Ρασιά με το βιβλίο της «10 χρόνια σύζυγος του Ανδρέα Παπανδρέου», όσο και η Δήμητρα Λιάνη με το δικό της πόνημα, το «10 χρόνια και 54 μέρες», δεν σεβάστηκαν τη μνήμη του – αναρωτιόντουσαν μήπως και η Μαργαρίτα, στο λυκόφως της εξασθενημένης πια αύρας ενός ένδοξου παρελθόντος, προσέθετε αντίστοιχες πινελιές μικροπρεπούς κακεντρέχειας. Εικάζεται ότι ο γιος της Γιώργος Παπανδρέου είχε σοβαρότατες αντιρρήσεις για το βιβλίο, αλλά μετά από ενδοοικογενειακές συζητήσεις συναποφάσισε με τα αδέλφια του να ανατεθεί στη δημοσιογράφο Μαριάνθη Αλεξίου, σύζυγο του Αντρίκου Παπανδρέου, να ρίχνει κάπου-κάπου μια ματιά στα γραμμένα στην αγγλική γλώσσα χειρόγραφα της πεθεράς της.

Ο άνθρωπος που θέσπισε τον πολιτικό γάμο στην Ελλάδα, προτίμησε να παντρευτεί τη Δήμητρα Λιάνη στην εκκλησία

Κάπως έτσι κυκλοφόρησε προ ολίγων ημερών το βιβλίο της «Ερωτας και Εξουσία», 534 σελίδων μετά ημερολογιακών αποσπασμάτων, για να επιχειρήσει υπό το αυτάρεσκο νοσταλγικό πρίσμα της και με μια γλώσσα δελεαστικά αδιαφανή, μία ακόμη ταφή της μνήμης του Ανδρέα Παπανδρέου. Επιδιώκοντας πιθανόν μια καθυστερημένη ρεβάνς που θα επικύρωνε την πασίγνωστη ρήση ότι «πίσω από έναν σπουδαίο άνδρα κρύβεται πάντα μια σπουδαία γυναίκα». Οσοι, πάντως, γνώρισαν από κοντά τον Ανδρέα, εξομολογούνται ότι ο ίδιος θα συμφωνούσε ανυπερθέτως με το γνωμικό, αλλά στην ανατρεπτική εκδοχή του Γκράουτσο Μαρξ που έλεγε ότι «πίσω από έναν υπέροχο άνδρα κρύβεται μια υπέροχη γυναίκα που πίσω της (ιεραρχικά) κρύβεται η σύζυγός του».

«Ο Ανδρέας ήταν ένας πιστός σύζυγος, ώσπου γυρίσαμε στην Ελλάδα…» γράφει η Μαργαρίτα Παπανδρέου στο βιβλίο της υπό έναν πολύσημο τόνο θλίψης, οργής, υπαινιγμών και φθονερών αντηχήσεων που καταλήγει στη διαπίστωση ο άντρας της συμπεριφερόταν περίπου ως «ανώνυμος σεξο-αλκοολικός». Η αλήθεια είναι, όπως παραδέχονται άνθρωποι που τον έζησαν, ότι ο Ανδρέας ανέκαθεν ήταν ένας γοητευτικός εραστής παλαιάς κοπής. Ευγενικός, με εκλεπτυσμένο χιούμορ, λουλούδια, δείπνα, καλλιεργημένες συζητήσεις, τα ουίσκι του και τις μουσικές του – ιδιαίτερα από μεγάλες ορχήστρες τζαζ και ερμηνευτή τον Σινάτρα τον οποίο συνάντησε κατά τον πολιτικό του γάμο με τη Μαργαρίτα το μακρινό 1951 στο Ρίνο της Νεβάδα. Ολα αυτά προηγούνταν εν είδει χαλαρής πνευματικής συνεύρεσης σεξουαλικής, στην οποία έβρισκε απολαυστική διέξοδο ως άνθρωπος που ενσωμάτωνε κάθε συναισθηματική ή πολιτική σύγκρουση. Ακόμη και η σχέση του με τη Μαργαρίτα, λένε, προήλθε ενόσω ο ίδιος βίωνε έναν ήδη προβληματικό γάμο.

Καβγάδες στο Καστρί

Μπορεί για τους οπαδούς του να ήταν ο λαοπρόβλητος ηγέτης, ο πρωτοπόρος οραματιστής, ο γοητευτικός ρήτορας, ο κοινωνικός αναμορφωτής, ο βαθυστόχαστος συγγραφέας, ο κορυφαίος οικονομολόγος και ο χαλκέντερος πολιτικός, αλλά χωρίς τα υπερθετικά υμνολόγια και τις αποθεώσεις, πολύ πεζά ήταν και άνθρωπος. Με ελαττώματα, αδυναμίες και πάθη, τα οποία υπερτόνιζαν οι αντίπαλοί του χαρακτηρίζοντάς τον «μπερμπάντη», «απατεώνα», «δημαγωγό».

Λίγοι, ωστόσο, αντιλαμβάνονταν ότι, μολονότι δεν υπήρξε ποτέ ένας ελιτιστικά ναρκισσιστής ακαδημαϊκός, πίσω από την ορμητική και παθιασμένη πολιτική προσωπικότητά του κρυβόταν και μια αναγκαστικά σφραγισμένη γλεντζέδικη, σχεδόν διονυσιακή φύση, την οποία ευλόγως δεν δημοσιοποιούσε. Αφθονοι, φημολογείται, ξέσπαγαν κάθε τόσο οι καβγάδες στο Καστρί μετά τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην Ελλάδα το 1961, καθώς ο Ανδρέας είχε συνάψει ερωτική σχέση με την Επη Σκιαδαρέση, τη νεαρή σύζυγο του γνωστού αρχιτέκτονα μηχανικού Γιώργου Σκιαδαρέση, ο οποίος ήταν παλιός συμμαθητής του στο Κολλέγιο Αθηνών.

Εντονότερη ακόμη κρίση πέρασε η σχέση του με τη σύζυγό του όταν στη Στοκχόλμη, κατά την εξορία του επί χούντας, ο Ανδρέας διατηρούσε ερωτική σχέση με τη Σουηδέζα ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια Ράνια Μπριγκίτε Νίμπλουμ, με την οποία απέκτησε και μία κόρη, την Αιμιλία Ανδρέα Νίμπλουμ, το πέμπτο του παιδί, αλλά το πρώτο εκτός γάμου. Μεταπολιτευτικά η ερωτική σχέση του με επιφανή κυρία, στέλεχος του Κινήματος, το οποίο είχε ήδη ιδρύσει, προκάλεσε ενδοοικογενειακά δριμύτατες συγκρούσεις, θυελλώδεις ρήξεις και πυρετώδεις ψυχαναγκασμούς που είχαν ως αποτέλεσμα πολλές φορές να μετακομίσει από το Καστρί στο σπίτι της μητέρας του Σοφίας στο Ψυχικό ώστε να πετάγεται από εκεί για διανυκτερεύσεις στο διαμέρισμα της φίλης του στους Αμπελοκήπους.

«Δεν είναι ώρα για χωρισμούς…»

Εκείνα τα προ εξουσίας χρόνια, αρκετοί επώνυμοι σύντροφοί του στο ΠΑΣΟΚ προσέτρεχαν στη Μάργκαρετ, όπως την αποκαλούσαν, να διερευνήσουν τις πιθανότητες συμβιβασμού, εξαιτίας του εμφανώς καταστροφικού πολιτικού κόστους ενός ενδεχόμενου διαζυγίου του ζευγαριού. Μόνιμη επωδός των συζητήσεων ήταν το «δεν είναι ώρα για χωρισμούς», με τη στερεότυπη παρηγοριά «έτσι ήταν και ο πατέρας του», εννοώντας την παράφορη ερωτική σχέση του Γεωργίου Παπανδρέου με την ηθοποιό Κυβέλη. Αν και η σύγκριση ήταν μάλλον άστοχη, το διακύβευμα μιας συνεννόησης του ζεύγους, που δεν ήθελε και πολύ να τινάξει εκρηκτικά στον αέρα ο Παπανδρέου, συνοψιζόταν σε δύο λέξεις: προσεχώς πρωθυπουργία. Πέρα, όμως, από την πολιτική σημαδούρα που χρειαζόταν μια μόνο απλωσιά για να καταληφθεί, για τον δεινό κολυμβητή Ανδρέα υπήρχε πάντα και η άγκυρα των τεσσάρων παιδιών του ώστε να μην ανοιχτεί στο πέλαγος χωρίς πυξίδα.

Οταν επί «Αλλαγής» το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας και ως γνωστόν για τους σημερινούς μεσήλικες ο λαός την εξουσία, η Μαργαρίτα διεκδίκησε μερίδιο από αυτήν κατά τα αμερικανικά πρότυπα ως πρώτη κυρία. Και μολονότι δεν το παραδέχεται, την άσκησε με την αλύγιστη αυτάρκεια μιας φιλόδοξης φεμινίστριας, χωρίς καμία εξουσιοδότηση από τους πολίτες. Ως επικεφαλής της προσωποπαγούς Ενωσης Γυναικών Ελλάδος που διέθετε γραφεία σε όλη την επικράτεια, έκανε παρεμβάσεις παντού, ακόμη και στα δελτία ειδήσεων στην ΕΡΤ, επέβαλε νομάρχες υποψήφιους στα ψηφοδέλτια του κόμματος και είχε δικαίωμα ποσοστώσεων στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Οπως εξομολογούνται ακόμη και σήμερα στελέχη του κόμματος εκείνης της εποχής, ο Ανδρέας τής παραχώρησε τμήμα της εξουσίας για να μην τον ταλαιπωρεί ανηλεώς με κρεβατομουρμούρα.

Παράλληλα ο «σειριακός», όπως τον αποκαλεί η Μαργαρίτα, γυναικοκατακτητής Ανδρέας, μαζί με την ανεπανάληπτα άμεση «ερωτική» σχέση που διατηρούσε με τον λαό, διατηρούσε στην ιδιωτική του ζωή και μια σειρά «καταφυγίων», νοικιασμένα από στενούς συνεργάτες του για την αποτροπή κινδύνων κατά της ζωής του. Οταν δεν χρησιμοποιούσε την παραθαλάσσια κατοικία στενού του φίλου και γιατρού, κατέφευγε πότε σε μια βίλα σε μια πλαγιά της Πολιτείας, άλλοτε σε μια μονοκατοικία στο Χαλάνδρι και μερικές φορές σε ένα διαμέρισμα στους Αμπελοκήπους. Εκεί φημολογείται ότι συναντούσε σε εξωσυζυγικά ραντεβού τη φίλη του, εύπορη, κομψή και καλλιεργημένη εικαστικό Μαριλένα Πατρονικόλα, ανιψιά του Αριστοτέλη Ωνάση, όταν δεν συναντιόντουσαν στη βίλα της στο Λαγονήσι.

Ηειρωνεία, όμως, της τύχης σε συνδυασμό με τις πονηρίες της ιστορίας έφεραν, όπως εντόνως διαδίδεται, την ίδια στη θέση του σπορέα ενός αποπλανητικού πειρασμού στα χωράφια του συζύγου της. Και αυτή την ιστορία που σχεδόν άλλαξε ό,τι θεωρούσε πεπρωμένο της δεν την αναφέρει στο βιβλίο της. Για το παντρεμένο κορίτσι, ονόματι Δήμητρα, κόρη στρατηγού με σπουδές στη Σορβόννη, η οποία δούλευε ως αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή, ενδιαφέρθηκε ο θείος της Γιώργος Λιάνης, καθηγητής, πρώην υπουργός Ερευνας και Τεχνολογίας, τότε πρεσβευτής εκ προσωπικοτήτων στο Τόκιο, ώστε να τοποθετηθεί σε ανύποπτο χρόνο το μακρινό 1983 στο πλήρωμα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους. Παρακάλεσε τη φίλη του Μαργαρίτα Παπανδρέου να μεσολαβήσει για την απόσπαση της ανιψιάς του, η οποία υπέφερε από πόνους στα αυτιά κατά τις τακτικές πτήσεις και η πανίσχυρη πρωθυπουργική σύζυγος μετέφερε την επιθυμία του, η οποία λίγο απείχε από εντολή, στον Μιχάλη Ζιάγκα, γραμματέα του ιδιαίτερου γραφείου του πρωθυπουργού. Αυτός με τη σειρά του τηλεφώνησε στον τότε διευθυντή της Ολυμπιακής Λάμπρο Κανελλόπουλο και το θέμα ρυθμίστηκε σε χρόνο ρεκόρ.


Ο Ανδρέας με τη Δήμητρα

Δεν ήταν, όμως, το μοναδικό μοιραίο ρουσφέτι που έκανε η Μαργαρίτα στη Δήμητρα πριν δεχθεί από την αεροσυνοδό τη χαριστική βολή στον γάμο της με τον Ανδρέα. Μετά από δύο χρόνια, και πάλι με την αρωγή της Μαργαρίτας ως προέδρου της ΕΓΕ, η αυτοανακηρυχθείσα και ως δημοσιογράφος Δήμητρα Λιάνη εγκαινίαζε μια σειρά δεκατριών εκπομπών στην κρατική ΕΡΤ με θέμα την ισότητα των δύο φύλων. Ενα πρωινό στα μέσα Δεκεμβρίου του 1985, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της αρχιτέκτονα Αλέξη Καπόπουλο και τη στενή της φίλη Βούλα Τουρλουμούση-Κοτοπούλη, η υποκοριστικά Μιμή, στο πιο οικείο Λιάνη, περνούσε το κατώφλι του σαλονιού της βίλας «Γαλήνη» στο Καστρί για να πάρει συνέντευξη από τον πρωθυπουργό, με την οποία θα ξεκινούσε η προβολή στη μικρή οθόνη της πολύκροτης εκπομπής με τίτλο «Μισό-μισό».

Τέσσερις-πέντε μήνες αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου πετούσε πολύ ψηλότερα από τα σύννεφα του πρωθυπουργικού αεροπλάνου, συμπεριλαμβανομένων των μαλακών ανατομικών στρωμάτων στο ξενοδοχείο «Ναυσικά» του «Αστέρα» στο Νταβός, σε σουίτες με πουπουλένια μαξιλάρια στο Μεξικό, στη Χάγη, στο Λονδίνο, στην Κίνα, σε βολικές βίλες φίλων σαν του ιδιοκτήτη του «King George» Σωκράτη Καλκάνη στη Σαρωνίδα ή στο αρχοντικό Κιοσέογλου του ιδιοκτήτη των τσιμέντων Χαλκίδας στην Πάτμο. Και ακόμα στις φιλόξενες θαλαμηγούς «Αριάδνη» του εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνου και στο γιοτ «Γκουανταλαχάρα» του επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη. Πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσει η απαρηγόρητη Μαργαρίτα τι ολέθριο της είχε συμβεί, ο Ανδρέας έμενε μαζί με τη Δήμητρα στη διώροφη μονοκατοικία της οδού Ανεμώνης στην Εκάλη και ξημερωνόταν στον «Ιμερο» στο ρέμα της Χελιδονούς παρέα με τον Αλέξανδρο Ακριβάκη, τη Βούλα Τουρλουμούση-Κοτοπούλη και τον σύζυγό της Νάκο Κοτοπούλη, τον φροντιστή Βαγγέλη Λώλη, τον αστρολόγο Μάνο Θωμαδάκη, τον ιερέα Τιμόθεο Ηλιάκη, τραγουδώντας αγκαλιά με τη Μιμή «Σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε». Και κατόπιν, συνδέοντας περιθώρια και ουρανό, αναστέναζαν στον βαρύ λαϊκό ρυθμό του «Ερωτά μου αγιάτρευτε». Οπως και να ’χει, ήθελε κότσια από τον Ανδρέα μια ιστορία όμορφη να υπογράψει της ζωής του το φινάλε.

«Ο γεροντοέρωτας δεν έχει γιατρειά»

Γράφει ο Νίκος Παπανδρέου στον πρόλογο του βιβλίου τη μητέρας του: «Θυμάμαι τη Μελίνα Μερκούρη να της λέει στο Καστρί κάποτε: “Μαργαρίτα, αν θέλεις να πάρεις πίσω τον Ανδρέα, να εγκαταλείψεις τις συνήθειές σου και τις αμερικανιές. Δεν θα τον φέρεις πίσω με συζητήσεις και αναλύσεις σαν να είστε δύο επιστήμονες. Θα πρέπει να κάνεις αυτό που κάνουμε εμείς οι Ελληνίδες – να πέσεις στα γόνατά σου, να παρακαλέσεις, να κλάψεις, να δακρύσεις, να τραβάς τα μαλλιά σου, να τον αγκαλιάσεις στα πόδια, να δείξεις επιτέλους ότι πονάς. Αλλιώς θα σ’ τον φάει η άλλη!». Η αλήθεια είναι ότι η Μελίνα, πολύπειρη, περπατημένη και παλιά καραβάνα στις τριβές των πολύχρονων σχέσεων και τις ματαιώσεις των παλιών ερώτων, ήξερε καλύτερα, χωρίς να νίπτει τα χέρια της για το ζήτημα. Σήκωνε το φρύδι αγέρωχα με εκείνο το τεράστιο χαμόγελο και τον τρόπο που το σώμα της καταλάμβανε με έναν παλμό θεατρικής μνήμης τον χώρο και με βραχνή φωνή εξηγούσε σε στενό κύκλο τον παροξυσμό της ερωτικής απόλαυσης. Ιδίως εκείνον που μπορούσε να προσφέρει ένα θυελλωδώς ζωντανό και χυμώδες θηλυκό χωρίς ταμπού και αναστολές στο έπακρο, απελευθερωμένο σεξουαλικά. Και ανάβοντας ένα ακόμη από τα εκατοντάδες χιλιάδες τσιγάρα που είχαν ρημάξει την υγεία της, έκλεινε λέγοντας: «Ο γεροντοέρωτας δεν έχει γιατρειά».

Πόσο μάλλον για τον 70άρη Ανδρέα που όχι μόνο διαισθανόταν τις μετρημένες, προσεχώς, ημέρες του και κυρίως ποτέ του δεν νοιάστηκε για την εξατομικευμένη υστεροφημία του.

Αλλωστε γνώριζε ότι η εύθραυστη υγεία του ήταν ήδη υπονομευμένη, οπότε εκτιμάται ότι μέσα στην παρορμητική του αποφασιστικότητα αποτόλμησε το «ας πάει και το παλιάμπελο». Γεγονός που, εκ των υστέρων, κρίνεται ότι του χάρισε την απαραίτητα ζωτική έκλαμψη, σαν το φυτίλι στις παλιές λάμπες θυέλλης που τρεμοπαίζει με μικρές αναλαμπές πριν σβήσει οριστικά, αφού μετά από περιπετειώδεις εγχειρήσεις ξανάγινε, με το ένα πόδι σχεδόν στον τάφο, πρωθυπουργός.  Ολα τα υπόλοιπα είναι ιστορία που δεν περιγράφονται υπό την ανοιχτή μομφή συσκευασμένη στη μορφή ενός ρομάντζου με μπόλικη πολιτική γαρνιτούρα για ξεκάρφωμα.

Ιδίως η γενναιότητα του ταλαιπωρημένου Ανδρέα να υπερασπίζεται δημόσια, απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του, μέσα στον ντόρο των σκανδάλων της εποχής, την αξιοπρέπεια του ανίσχυρου δηλώνοντας: «Μη χτυπάτε τη Δήμητρα, χτυπήστε εμένα». Ηταν μία ακόμα ρήξη του με τα ταμπού της ελληνικής κοινωνίας, ασχέτως αν μπήκε στο επίκεντρο της κριτικής από τον τότε αντιπολιτευόμενο Τύπο. Και ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος ανήγγειλε επίσημα τον χωρισμό του με τη Μαργαρίτα, καταθέτοντας αγωγή διαζυγίου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο προκάλεσε σάλο σε ένα συντηρητικό ακροατήριο, λες και δεν είχε προηγηθεί αντίστοιχη κίνηση από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, είκοσι χρόνια νωρίτερα.


Η Μαργαρίτα με τη Μελίνα Μερκούρη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Η Μελίνα ήταν αυτή που συμβούλεψε τη Μαργαρίτα ότι αν ήθελε να κερδίσει ξανά τον Ανδρέα έπρεπε να εγκαταλείψει τις «αμερικανιές»

Τρεις, πάντως, μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του «βρώμικου ’89», ο πολιτικός που αποποινικοποίησε τη μοιχεία και επέτρεψε τον πολιτικό γάμο, παρά την οργή της Εκκλησίας, παντρεύτηκε τη Δήμητρα με θρησκευτική τελετή. Κάτι που δεν θα του συγχωρούσε σε όλη της τη ζωή η Μαργαρίτα. Ειδικά την εικόνα που πέρασαν στην τηλεοπτική -και όχι μόνο- ιστορία, κατά το παραδοσιακό κόψιμο της γαμήλιας τούρτας στη δεξίωση όταν η ντυμένη στα λευκά νυφούλα τον ταΐζει με το κουτάλι, ενώ την ίδια στιγμή τα στιγμιότυπα χόρταιναν με δηλητηριώδη πίκρα την οικογένειά του, η οποία σθεναρά αντιμετώπιζε τον γάμο τουλάχιστον ως φάρσα. Ηταν ένα ακόμα οξύτατα οριστικό χτύπημα στους οικογενειακούς αρνητές του ζωογόνου, όπως τον εννοούσε, έρωτά του μετά το νεύμα στη Δήμητρα κατά την άφιξη του αεροπλάνου με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα μετά την επιτυχημένη επέμβαση στην καρδιά του στο νοσοκομείο «Χέρφιλντ» του Λονδίνου.

Εκτοτε οι σχέσεις της «ροζ» βίλας επί της Αγράμπελης στο Καστρί μπήκαν στο αφόρητο πολικό ψύχος ενός πυρηνικού χειμώνα. Οπως έλεγε ο πάντα καλά ενημερωμένος στα ενδοοικογενειακά των Παπανδρέου Γιώργος Κουρής -που τότε αφισσάριζε πρωτοσέλιδα ότι «η Μαργαρίτα δεν έβραζε στον Ανδρέα ούτε ένα αυγό»-, εκτός από τη Σοφία που την αγαπούσε, ο Ανδρέας δεν ήθελε να δει κανένα από τα υπόλοιπα παιδιά του. Αργότερα, βέβαια, ο εκδότης της «Αυριανής» ανακάλυψε εμπορικά τη γυμνή γοητεία της καμπυλόγραμμης «πορνο-Μιμής».

Αν πάντως κάτι μείνει στη συλλογική μνήμη από το βιβλίο «Ερωτας και Εξουσία», είναι ένας σκεπτικισμός γύρω από την αντιζηλία, πασπαλισμένη με δήθεν τύψεις και πένθιμες ωδίνες, ασχέτως αν η Μαργαρίτα επιχειρεί να πείσει τον εαυτό της ότι ο Ανδρέας μετάνιωσε όταν αντάλλαξαν μια χειραψία στα βαφτίσια της εγγονής τους Μαργαρίτας, κόρης του Γιώργου, το 1991. Από τη στιγμή που εδώ και έντεκα μήνες το όνομα Παπανδρέου δεν φιγουράρει καν στη Βουλή, η αναζωπύρωση παλιών και ξεχασμένων παθών αφορά μόνο τους επιρρεπείς σε ένα ξεθυμασμένο κουτσομπολιό τριτοκοσμικού χαρακτήρα, στη στάχτη του οποίου αναμένεται να ρίξει μερικά νοτισμένα κούτσουρα το νέο βιβλίο που προετοιμάζει ως απάντηση η Δήμητρα Λιάνη-Παπανδρέου με τον πρόχειρο για την ώρα τίτλο «Οργή Ανδρέα».

 

Τα σχόλια είναι κλειστά.